Αναγνώριση και διάσωση Παλαιών Μη Αμαξιτών Δρόμων

Άρθρο του Κωνσταντίνου Α. Μαρκάκηυ, Ηλεκ/γου – Μηχ/γου Μηχανικού ΕΜΠ

I. ΔΙΚΤΥΑ ΠΑΛΑΙΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ ΔΡΟΜΩΝ: ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ – ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

· Οι ορεινές διαδρομές των παλαιών ημιονικών δρόμων ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα στα ελληνικά βουνά, συνδέοντας ορεινούς οικισμούς μεταξύ τους, αλλά και με άλλους προορισμούς, όπως: παραλιακές πόλεις – λιμάνια, μοναστήρια, εκκλησίες και ξωκλήσια, ορεινά καταφύγια, βρύσες και πηγές κλπ. Αυτό το δίκτυο ορεινών δρόμων αποτελεί πολύτιμη κληρονομιά από τους προγόνους μας, η οποία δεν είναι μόνον μνημειακού χαρακτήρα, αλλά παραμένει λειτουργική και χρήσιμη έως τις μέρες μας

· Υπό το πρίσμα της προστασίας του περιβάλλοντος και του τοπίου, της διατήρησης της βιοποικιλότητας – της ορεινής χλωρίδας και πανίδας, της αναβίωσης και αξιοποίησης των ορεινών οικισμών, ως στοιχείων απαραίτητων για την επιδιωκόμενη ήπια και βιώσιμη τουριστική και παραγωγική ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, η αξία του δικτύου ορεινών δρόμων ως άμεσα διαθέσιμου αναπτυξιακού κεφαλαίου είναι τεράστια

· Τα ορεινά καλντερίμια και οι ορεινοί παραδοσιακοί οικισμοί αποκτούν ξεχωριστή τουριστική και αναπτυξιακή σημασία στη συγκυρία της κλιματικής αλλαγής και της ανόδου της θερμοκρασίας, δεδομένου ότι ο παραλιακός τουρισμός των μεσογειακών χωρών αποκτά ανταγωνιστές σε βορειότερα γεωγραφικά πλάτη. Γενικότερα αυξάνει η προτίμηση των επισκεπτών για ήπιο τουρισμό σε περιοχές φυσικού κάλλους, σε συνδυασμό με σωματική άσκηση όπως ο πεζοπορικός – ορειβατικός τουρισμός και με υγιεινή διαμονή σε παραδοσιακούς οικισμούς.

· Η τουριστική αξιοποίηση των ορεινών οικισμών και των ορεινών πεζοπορικών δραστηριοτήτων, συνεισφέρει στην αυτοδύναμη αναβίωση εγκαταλειμμένων παραδοσιακών οικισμών, καθώς και γεωργικών – κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων που είχαν εγκαταλειφθεί, ενώ αποδίδει περισσότερα έσοδα στην τοπική κοινωνία, σε σύγκριση με τα μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα στις παραλίες, τα κρουαζιερόπλοια κλπ., όπου η διαμονή επισκεπτών αφορά προπληρωμένα προγράμματα “all inclusive”, χωρίς όφελος για την τοπική οικονομία.

· Διαπιστώνεται όμως ότι, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει πρόβλεψη διαδικασίας κατοχύρωσης στα προγράμματα προανάρτησης ανά ΟΤΑ, με ψηφιακή καταχώρηση των παλαιών ημιονικών δρόμων και άλλων ορεινών διαδρομών στα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα του Εθνικού Κτηματολόγιου, ως κοινόχρηστων – δημόσιων εκτάσεων.

· Από την 10-ετή προσπάθεια των «Φίλων της Βέργας» διαπιστώσαμε το εξής πρόβλημα στην Αναγνώριση Κοινοχρησίας – Δημόσιας Κυριότητας των εκτός σχεδίου – εκτός οικισμού Παλαιών Ημιονικών Δρόμων: η αναγνώριση, βάσει της περίπλοκης και παρωχημένης πολεοδομικής νομοθεσίας μας, δημιουργεί δικαίωμα δόμησης σε παρόδιες ιδιοκτησίες. Παράγωγο πρόβλημα της παράλογης «Εκτός Σχεδίου Δόμησης»!

· Οι Δημοτικές και Περιφερειακές Αρχές ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΕΙ για την κατοχύρωση της κοινοχρησίας και της δημόσιας κυριότητας αυτών των παλαιών ορεινών δρόμων, οι οποίοι περιλαμβάνονται στα όριά τους. Αντίθετα, λόγω εξάρτησής τους από διεκδικήσεις ψηφοφόρων τους και φιλικών τους «επενδυτών», αντιδρούν στις προσπάθειες διάσωσης και ανάδειξής τους από οργανώσεις πολιτών, ακόμη και σε περιπτώσεις που αυτά τα παραδοσιακά τεχνικά έργα (καλντερίμια) έχουν χαρακτηριστεί Μνημεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Συνεπώς απαιτείται νομοθετική – ρυθμιστική παρέμβαση των αρμόδιων Υπουργείων, που να προβλέπει κατάθεση σχετικών Δηλώσεων στο Εθνικό Κτηματολόγιο και από Οργανώσεις Πολιτών (π.χ. Α.Μ.Κ.Ε., ΚοινΣΕπ, κλπ).

· Τα ορεινά καλντερίμια – μονοπάτια αποτυπώνονται εμφανώς σε αεροφωτογραφίες ΓΥΣ – ΟΚΧΕ από το 1945 και μετά. Ιδιαίτερα σε Α/Φ με καλή ανάλυση (π.χ. 1965, 1979), καθώς και στα τοπογραφικά της ΓΥΣ βάσει Α/Φ του 1965, όπου αποτυπώνονται ευκρινώς με διακεκομμένη γραμμή ως «ημιονική οδός εύβατος ή δύσβατος». Τέμνουν τις ισοϋψείς σχεδόν κάθετα (λόγω μεγάλης κλίσης στις πλαγιές). Αυτές οι αεροφωτογραφίες, οι αντίστοιχοι ορθοφωτοχάρτες και τα τοπογραφικά της ΓΥΣ, μπορούν να αξιοποιηθούν για επιστημονική τεκμηρίωση της ύπαρξης και της διαδρομής των ορεινών ημιονικών δρόμων. Αποτελούν άριστη βάση δεδομένων για αναγνώριση της κοινοχρησίας και δημόσιας κυριότητάς τους.

· Επικουρικά αναφέρεται ότι οι παλαιοί ημιονικοί δρόμοι και ορεινές διαδρομές υπάρχουν και χρησιμοποιούνται συνεχώς από εκατοντάδων ετών, όπως προκύπτει από ιστορικές αναφορές π.χ. ξένων περιηγητών, χάρτες – απογραφές και συμβόλαια της βυζαντινής – φράγκικης – ενετικής – οθωμανικής περιόδου για τους παρόδιους αρχαίους οικισμούς (π.χ. της Σέλιτσας – Βέργας στην Καλαμάτα). Ισχύει επομένως σε αυτή την περίπτωση και η κατοχύρωση λόγω της «προ αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας – Vetustas».

· Οι Πεζοπορικοί – Ορειβατικοί και άλλοι Σύλλογοι διαθέτουν συντεταγμένες των διαδρομών «ορεινών μονοπατιών», αρκετές από τις οποίες έχουν αναρτηθεί σε σχετικούς πεζοπορικούς χάρτες, ελληνικούς και διεθνείς. Προτείνεται να υποβληθούν στα κτηματολογικά γραφεία αρχικά ως «ίχνη» (άξονες) των διαδρομών και στη συνέχεια ως «πολύγωνα».

· Προτείνεται: Νομοθετική Ρύθμιση Συνολικού Σχεδιασμού, που να αναγνωρίζει την κοινοχρησία και δημόσια κυριότητα των ορεινών μη αμαξιτών δρόμων εκτός σχεδίων – εκτός οικισμών, ως Διασυνδετήριων Δρόμων μεταξύ Οικισμών και ως Δρόμων Πρόσβασης σε άλλους προορισμούς, π.χ. Μνημεία, Εκκλησίες, Καταφύγια κλπ., χωρίς να δίνει δικαίωμα δόμησης σε παρόδιες ιδιοκτησίες. Καταχώρηση στα κτηματολογικά διαγράμματα του Εθνικού Κτηματολογίου με Ειδικό Κωδικό Δημόσιας Έκτασης διαφορετικό εκείνου των Αγροτικών και άλλων αμαξιτών Δρόμων, προς αποφυγή μετατροπής της αγροτικής γης σε οικιστική καθώς και φθορών – καταπατήσεων και ιδιωτικών διεκδικήσεων.

II. ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΠΑΛΑΙΩΝ ΜΗ ΑΜΑΞΙΤΩΝ ΟΔΩΝ – ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

1. Οι οδοί διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές και δημοτικές ή κοινοτικές. Η έννοια των δημοτικών ή κοινοτικών οδών είναι ευρεία, δηλαδή περιλαμβάνει τις οδούς που εξυπηρετούν τις «πάσης φύσεως ανάγκες των Δήμων ή μιας Κοινότητας μέσα στα δημοτικά όρια αυτών».

2. Αρχικά (1929) προβλέπονταν επίσης και «αγροτικές οδοί, ως άγουσαι από χωρίων προς κτηματικάς αυτών περιφερείας». Η μη αναφορά των αγροτικών οδών στον νεότερο νόμο (1955) οφείλεται στο ότι οι εν λόγω οδοί, εφόσον είναι κοινόχρηστες, αποτελούν ειδικότερη κατηγορία των δημοτικών ή κοινοτικών οδών, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στον νόμο αυτό η έννοια των δημοτικών ή κοινοτικών οδών είναι ευρεία, δηλαδή περιλαμβάνει τις οδούς που εξυπηρετούν τις «πάσης φύσεως ανάγκες του Δήμου ή μιας Κοινότητας μέσα στα δημοτικά όρια αυτών». (Έμμεσα συνάγεται ότι οι ιδιωτικές αγροτικές οδοί δεν αποτελούν ειδικότερη κατηγορία δημοτικών ή κοινοτικών οδών. Δεν έχουν νομική υπόσταση).

3. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της δομησιμότητας των γηπέδων που έχουν πρόσωπο στις ως άνω οδούς, το οποίο διέπεται αποκλειστικώς από τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας. Ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο, σε οδό που το καθιστά οικοδομήσιμο, όταν η οδός αυτή, ανεξαρτήτως εάν είναι εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική υφίσταται νομίμως και, περαιτέρω, είναι ήδη διανοιγμένη, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι προσπελάσιμη και να εξασφαλίζει πράγματι επικοινωνία με το γήπεδο. Τούτο δεν ισχύει για

τις “αγροτικές” οδούς, εφόσον οι οδοί αυτές κοινόχρηστες ή ιδιωτικές, δεν καθιστούν τα γήπεδα οικοδομήσιμα, όπως απαιτείται για να πληρούν μία εκ τριών προϋποθέσεων αρτιότητας (εμβαδόν, πρόσωπο, βάθος).

4. Σε περίπτωση που μεταξύ των (δημοτικών ή κοινοτικών) οικισμών υπάρχουν περισσότερες της μιας Δημοτικές ή κοινοτικές οδοί που συνδέουν αυτούς, οι διατάξεις (της παραγράφου 3) έχουν εφαρμογή μόνο σε γήπεδα που έχουν πρόσωπο στην κυριότερη από τις οδούς αυτές. Η αναγνώριση των οδών αυτών σε κυριότερες ή μοναδικές γινόταν με απόφαση του οικείου Νομάρχη [ήδη, όπως έχει κριθεί, γίνεται με την έκδοση προεδρικού διατάγματος: [ΣτΕ 4046/2015 7μ., 3695/2015, 1671/2014] μετά από γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (νυν ΣΥΠΟΘΑ) του νομού» [άρθρο 162 παρ. 1 και 2 ΚΒΠΝ].

5. Στους ανωτέρω ορισμούς «νομίμως υφιστάμενων και κοινόχρηστων οδών», ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ρητά οι μη αμαξιτές οδοί (ημιονικές, καλντερίμια, ατραποί, μονοπάτια). Πριν τη δημιουργία των αμαξιτών οδών (χωμάτινων, τσιμεντοστρωμένων, ασφαλτοστρωμένων), οι μη αμαξιτοί δρόμοι «εξυπηρετούσαν τις πάσης φύσεως ανάγκες των Δήμων ή μιας Κοινότητας μέσα στα δημοτικά όρια αυτών», ή ήταν «άγουσαι από χωρίων προς κτηματικάς αυτών περιφερείας». Συνεπώς, θεωρείται εύλογη η παραδοχή (ερμηνεία) ότι αυτές αποτελούν αντίστοιχα τις ΠΑΛΑΙΕΣ εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές και αγροτικές οδούς, που υφίστανται και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Οι παλαιές μη αμαξιτές οδοί ήταν πάντα και εξακολουθούν να είναι κοινόχρηστες οδοί.

6. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι παλαιοί (μη αμαξιτοί) δρόμοι εξακολουθούν να παραμένουν ως οι μόνες ή κύριες οδοί διασύνδεσης οικισμών, ιδιαίτερα σε εκτός σχεδίου – εκτός οικισμών περιοχές, όπου αρκετές (αυθαίρετα ή με ιδιωτική πρωτοβουλία) διανοιχθείσες αμαξιτές οδοί δεν έχουν εισέτι καταστεί «νόμιμες» με σχετική απόφαση. Θα έπρεπε λοιπόν να δοθεί επίσημη ερμηνεία ότι και για αυτές ισχύουν ανάλογες διατάξεις με των παρ. 1 έως 4. Αν δεν υπάρξει νομικά δεσμευτική αναγνώριση των παλαιών μη αμαξιτών δρόμων, αυτοί θα παραμένουν ΧΩΡΙΣ ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ, έρμαιο σε φθορές, αμφισβητήσεις και καταπατήσεις.

7. Επειδή συχνά απαιτείται ένας «περιεκτικός» όρος για όλες αυτές τις κατηγορίες παλαιών δρόμων, που να χαρακτηρίζει κυρίως την οδική υποδομή τους, προτείνεται ο όρος «Μη Αμαξιτές Οδοί», ο οποίος άλλωστε χρησιμοποιείται ευρέως σε αποφάσεις αναγνώρισης αυτών των δρόμων ως διατηρητέων ή κοινόχρηστων – προϋφιστάμενων του 1923. Ως προς την χρήση τους, κατάλληλος περιεκτικός όρος θα ήταν «Πεζοπορικοί Δρόμοι».

8. Η βασική δυσκολία στην αναγνώριση της ύπαρξης, της χρονολόγησης και του χαρακτήρα των παλαιών «μη αμαξιτών δρόμων», έχει να κάνει με «το ζήτημα της δομησιμότητας των γηπέδων που έχουν πρόσωπο στις ως άνω οδούς, το οποίο διέπεται αποκλειστικώς από τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας». Αυτό είναι δυνατόν να παρακάμπτεται, αν στο μεταξύ έχουν αναγνωριστεί (στην ίδια περιοχή) άλλες (αμαξιτές) οδοί ως κυριότερες διασυνδετήριες οδοί. Νομίζουμε ότι, αν γινόταν αποδεκτή μια συμπληρωματική νομοθετική ρύθμιση (ή ερμηνεία υφιστάμενων διατάξεων), ότι οι «παλαιές μη αμαξιτές οδοί» (μπορούν να) αναγνωρίζονται κατ’ αρχήν ως «νόμιμα υφιστάμενοι κοινόχρηστοι δρόμοι», οι οποίοι όμως «δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα παρόδια σε αυτούς γήπεδα», θα μπορούσαν να αποκτήσουν απρόσκοπτα νομική υπόσταση ως δημόσια κτήματα, με νέο (νέους) κωδικό (κωδικούς) δημόσιας έκτασης, διάφορο από αυτούς των παρ. 1 έως 3. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητο οι μη αμαξιτές οδοί να καταχωρηθούν στο “Εθνικό Κτηματολόγιο” ως κοινόχρηστες οδοί, με ειδικό κωδικό δημόσιας έκτασης.

9. Το ζήτημα που απομένει να διευκρινιστεί, έχει να κάνει με την διαδικασία νομιμοποίησης – αναγνώρισης των παλαιών μη αμαξιτών δρόμων, ιδιαίτερα σε εκτός σχεδίου – εκτός οικισμών περιοχές. Διακρίνονται δύο εναλλακτικές λύσεις:

· 1η Λύση: άμεσα, βάσει συνδυασμού ισχυουσών διατάξεων για αντίστοιχους αμαξιτούς δρόμους, με κατά περίπτωση καθορισμό ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης, ή και πλήρους απαγόρευσης δόμησης σε παρόδιες ιδιοκτησίες των μη αμαξιτών παλαιών δρόμων, στους οποίους θα αποδίδεται νομική υπόσταση, με ειδικό κωδικό δημόσιας έκτασης διάφορο των αμαξιτών δρόμων και καταχώρησή τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο.

· 2η Λύση: με νομοθετική ρύθμιση, ενιαίου και συνολικού σχεδιασμού για όλη την Επικράτεια, που θα αποδίδει νομική υπόσταση στους παλαιούς μη αμαξιτούς δρόμους συνολικά, με ειδικό κωδικό δημόσιας έκτασης διάφορο των αμαξιτών δρόμων και καταχώρησή τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο, όπου θα συνδυάζονται αντικειμενικά κριτήρια της παλαιόθεν ύπαρξής τους (π.χ. Αεροφωτογραφίες και Τοπογραφικοί Χάρτες Γ.Υ.Σ. του 1965, 1:5.000), με κατά περίπτωση καθορισμό ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης, ή και πλήρους απαγόρευσης δόμησης σε παρόδιες ιδιοκτησίες τους.

· Γενικότερα, σε κάθε περίπτωση, η νομιμοποίησή τους ως δημόσιων εκτάσεων πρέπει να είναι αποτέλεσμα συνολικού κρατικού σχεδιασμού και όχι τοπικών ιδιωτικών συμφερόντων, θα συμπληρώνει την υφιστάμενη νομοθεσία και θα την εναρμονίζει με την πάγια νομολογία ενώ ταυτόχρονα θα αποτρέπεται η εκτός σχεδίου δόμηση, καθώς και οι καταπατήσεις – διαπλατύνσεις – αλλαγές χρήσης ή συνολική εξαφάνιση των παλαιών μη αμαξιτών δρόμων, εν όλω ή εν μέρει, δεδομένου ότι αποτελούν σημαντικές υφιστάμενες υποδομές ήπιας και βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς και αναβίωσης ορεινών και παραδοσιακών οικισμών.

10. Τέλος, θεωρείται σκόπιμο να αναφερθούν περιστάσεις που συνηγορούν αντικειμενικά στην αναγνώριση της κοινοχρησίας και δημόσιας κυριότητας παλαιών μη αμαξιτών δρόμων (υπό τους όρους και περιορισμούς που προαναφέρθηκαν), όπως:

· Περιπτώσεις όπου ισχύει η Vetustas Doctrine, αφού “Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία (ΑΠ 1192/2012).”

· Περιπτώσεις μη αμαξιτών δρόμων προϋφιστάμενων του 1923, βάσει επαρκών αποδείξεων (ιστορικά έγγραφα, παλαιά συμβόλαια – απογραφές – χάρτες, αποφάσεις χαρακτηρισμού μνημείων – διατηρητέων κλπ)

· Καλντερίμια (Καλοί Δρόμοι, Λιθόστρωτα) και οι πλαϊνές Ξερολιθιές τους (ως όρια ιδιοκτησίας), χαρακτηρισμένα από κοινού ως Μνημεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς από το ΥΠΠΟ ή Διατηρητέα από το ΥΠΕΝ. Συμπληρωματικά, ως ενσώματη – υλική μαρτυρία και φορέας διάσωσης και μεταβίβασης της παραδοσιακής τέχνης των ξερολιθικών κατασκευών, της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η οποία πλέον εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της σχετικής Σύμβασης της UNESCO (2003), κυρωθείσας με τον ν. 3521/2006 (ΦΕΚ Α΄275/2006).

Κωνσταντίνος Α. Μαρκάκης, Ηλεκ/γος – Μηχ/γος Μηχανικός, ΕΜΠ – Αθήνα, TU – Hannover