Για δεκαετίες η ζωή στην ύπαιθρο της νότιας Ελλάδας βασιζόταν σε έναν σχετικά σταθερό φυσικό κύκλο. Ο χειμώνας έφερνε βροχές και χιόνια, τα βουνά κρατούσαν το χιόνι για πολλούς μήνες και οι πηγές έτρεχαν άφθονες μέχρι την άνοιξη. Σήμερα όλο και περισσότεροι κάτοικοι παρατηρούν ότι οι χειμώνες δεν είναι πια ίδιοι.
Ιδιαίτερα αισθητή είναι η μείωση των χιονοπτώσεων στα ορεινά. Παλαιότερα το χιόνι παρέμενε για εβδομάδες στα χωριά και στα βουνά. Το χιόνι λειτουργούσε ως φυσική «δεξαμενή» νερού: έλιωνε αργά και τροφοδοτούσε το έδαφος και τις πηγές μέχρι την άνοιξη. Σήμερα είναι πολύ λιγότερο.
Παράλληλα, και οι βροχοπτώσεις δείχνουν να κατανέμονται διαφορετικά μέσα στο έτος. Αντί για ήπιες και συνεχείς χειμερινές βροχές, εμφανίζονται συχνότερα σύντομα αλλά έντονα φαινόμενα. Οι δυνατές καταιγίδες δεν προλαβαίνουν να απορροφηθούν από το έδαφος και μεγάλο μέρος του νερού καταλήγει γρήγορα στη θάλασσα. Έτσι, παρά τις περιστασιακά μεγάλες ποσότητες βροχής, η αναπλήρωση των υπόγειων υδροφορέων μειώνεται.
Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Πηγές που παλαιότερα έτρεχαν όλο τον χρόνο εξασθενούν νωρίς το καλοκαίρι, ενώ σε πολλές περιοχές πηγάδια και παλιές γεωτρήσεις χρειάζονται πλέον πολύ βαθύτερη άντληση για να αποδώσουν νερό.
Τα τελευταία 40–50 χρόνια, παράλληλα, η γεωργία στηρίζεται όλο και περισσότερο στα υπόγεια νερά. Χιλιάδες γεωτρήσεις έχουν ανορυχθεί, συχνά χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς στον αριθμό ή στην ποσότητα άντλησης. Ο κάθε παραγωγός ενεργεί λογικά για να προστατεύσει την καλλιέργειά του· όμως συνολικά δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα.
Οι υπόγειοι υδροφορείς αναπληρώνονται αργά και εξαρτώνται κυρίως από τις χειμερινές βροχές και το λιώσιμο του χιονιού. Όταν η άντληση υπερβαίνει την αναπλήρωση, το αποτέλεσμα εμφανίζεται σταδιακά: πρώτα χάνονται οι πηγές, έπειτα τα ρηχά πηγάδια και τελικά επηρεάζονται ακόμη και οι βαθιές γεωτρήσεις.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό αλλά και οικονομικό και κοινωνικό. Χωρίς επαρκές νερό η γεωργία γίνεται αβέβαιη, τα χωριά ερημώνουν περισσότερο και τα δάση γίνονται πιο ευάλωτα στις πυρκαγιές.
Είναι επιτακτική ανάγκη να περάσουμε σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό διαχείρισης:
Τα μέτρα αυτά δεν στρέφονται εναντίον των αγροτών. Αντίθετα τους προστατεύουν, γιατί και τα παιδιά και τα εγγόνια τους έχουν δικαίωμα στο νερό. Το υπόγειο νερό δεν είναι απλώς ιδιωτικός πόρος κάθε χωραφιού· είναι κοινό απόθεμα που δημιουργήθηκε σε βάθος δεκαετιών. Αν εξαντληθεί, η αποκατάστασή του θα χρειαστεί γενιές.
Η επιλογή είναι ουσιαστικά μία:
ή θα οργανώσουμε σήμερα τη χρήση του νερού, ή η ίδια η πραγματικότητα θα μας επιβάλει περιορισμούς.
Η φύση δεν διαπραγματεύεται. Αν χαθεί το νερό, δεν θα χαθούν μόνο καλλιέργειες· θα χαθεί η δυνατότητα να κατοικούνται ολόκληρες περιοχές της υπαίθρου.
Δάση, Έδαφος και Βροχή: Μπορούμε να Επηρεάσουμε το Κλίμα του Τόπου μας;
Συχνά ακούμε ότι η μείωση των βροχοπτώσεων και των χιονοπτώσεων είναι κάτι μακρινό, ένα παγκόσμιο πρόβλημα για το οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά σε τοπικό επίπεδο. Όμως η ιστορία και η εμπειρία δείχνουν ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα επηρεάζει άμεσα το νερό ενός τόπου.
Ήδη από την αρχαιότητα ο Πλάτων αναφέρει ότι, όταν αποψιλώθηκαν τα δάση γύρω από την Αθήνα, οι πηγές της περιοχής άρχισαν να στερεύουν. Παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί και αλλού στον κόσμο. Ο πολιτισμός των Μάγια θεωρείται ότι κατέρρευσε σε μεγάλο βαθμό μετά από εκτεταμένη αποδάσωση γύρω από τις πόλεις τους.
Τα δάση δεν είναι απλώς τοπία· είναι μηχανισμοί συγκράτησης νερού και ρύθμισης του μικροκλίματος.
Η αποψίλωση συνεχίζεται και σήμερα σε μακρινές περιοχές, όπως στον Αμαζόνιο και στην κεντρική Αφρική, επηρεάζοντας το παγκόσμιο κλίμα. Όμως δεν χρειάζεται να κοιτάμε τόσο μακριά. Και στην Ευρώπη τα δάση άλλαξαν ριζικά τους τελευταίους αιώνες. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γερμανία αντικαταστάθηκαν μεγάλα τμήματα φυσικών δασών από μονοκαλλιέργειες κωνοφόρων για βιομηχανική χρήση. Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα τον τελευταίο αιώνα, τα πλατύφυλλα δάση κόπηκαν για καυσόξυλα, κάρβουνο και ασβεστοκάμινα.
Σήμερα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας βλέπουμε εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες ελαιώνων, με το έδαφος ανάμεσα στα δέντρα συνεχώς οργωμένο και γυμνό. Οι βροχές καταλήγουν γρήγορα στη θάλασσα, ενώ παρασύρεται και το γόνιμο ανώτερο στρώμα του εδάφους.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα νερά των πλημμυρών έχουν συχνά καφέ χρώμα — είναι το χώμα μας που χάνεται.
Η λύση δεν είναι πολύπλοκη, αλλά απαιτεί αλλαγή πρακτικών.
Η πρώτη και σημαντικότερη κίνηση είναι η μείωση του οργώματος. Η εφαρμογή καλλιεργειών χωρίς άροση (no-till) και η σπορά φυτών χλωρής λίπανσης μπορούν να κρατούν το έδαφος καλυμμένο όλο τον χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο το νερό απορροφάται, αποθηκεύεται στο υπέδαφος και δεν προκαλεί διάβρωση. Παράλληλα αυξάνεται η οργανική ουσία του εδάφους, βελτιώνεται η γονιμότητα, μειώνονται οι ανάγκες άρδευσης και τα δέντρα γίνονται πιο ανθεκτικά στην ξηρασία.
Η φυτική κάλυψη μειώνει τη θερμοκρασία του εδάφους και αυξάνει την υγρασία του αέρα κοντά στο έδαφος, ευνοώντας τη δημιουργία τοπικών νεφώσεων και τη διατήρηση της υγρασίας στην περιοχή.
Η σωστή επιλογή δέντρων επηρεάζει άμεσα το νερό. Σε πολλές περιοχές της χώρας φυτεύτηκαν εκτεταμένα ευκάλυπτοι, ένα ξενικό είδος από την Αυστραλία με ιδιαίτερα υψηλές ανάγκες σε νερό. Υπολογίζεται ότι ένα μεγάλο δέντρο μπορεί τους θερινούς μήνες να καταναλώνει ακόμη και 500–1.000 λίτρα νερού ημερησίως, αντλώντας το από βαθύτερα στρώματα του εδάφους και επιβαρύνοντας τον υδροφόρο ορίζοντα σε περιόδους ξηρασίας.
Η σταδιακή αντικατάστασή τους από μεσογειακά είδη — όπως δρυς, χαρουπιές και άλλα πλατύφυλλα — θα βοηθήσει στη συγκράτηση της υγρασίας στο έδαφος, στην καλύτερη διήθηση του νερού και στη δημιουργία πιο σταθερών οικοσυστημάτων, ενώ παράλληλα προσφέρει καρπούς και τροφή για την άγρια ζωή αλλά και τον άνθρωπο.
Παράλληλα χρειάζεται συστηματική αναδάσωση των γυμνών ή υποβαθμισμένων βουνών.
Ένα ώριμο δάσος λειτουργεί σαν σφουγγάρι: συγκρατεί τη βροχή και τροφοδοτεί τις πηγές. Τα αποτελέσματα δεν θα φανούν άμεσα, αλλά σε 50 ή 100 χρόνια μπορούν να αλλάξουν ολόκληρες περιοχές.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σε πολλές περιοχές της κεντρικής και νότιας Ελλάδας εκτεταμένη ξήρανση ελάτων και πεύκων ακόμη και σε μεγάλα υψόμετρα. Ολόκληρες πλαγιές αποκτούν καφέ χρώμα. Αν χαθούν και το έδαφος μείνει γυμνό ή καλυφθεί μόνο από χαμηλή βλάστηση, η υποβάθμιση θα επιταχυνθεί. Για τον λόγο αυτό πρέπει να ενισχυθεί η φυσική αναγέννηση πλατύφυλλων ειδών, ιδιαίτερα της δρυός, ακόμη και μέσα στα υπάρχοντα πευκοδάση.
Στη φύση τη διασπορά των δέντρων την αναλαμβάνουν τα πουλιά. Είδη όπως η βαλανοφάγα κίσσα μεταφέρουν και θάβουν βελανίδια σε μεγάλες αποστάσεις, δημιουργώντας νέες βελανιδιές ακόμη και μέσα σε πευκοδάση. Όπου αυτό δεν επαρκεί, μπορούμε να μιμηθούμε τη διαδικασία με απλή φύτευση βελανιδιών ανάμεσα στα πεύκα.
Το κόστος είναι ελάχιστο και πρόκειται ουσιαστικά για πρόληψη. Αν ξεκινήσει έγκαιρα, τα σημερινά πευκοδάση μπορούν σταδιακά να εξελιχθούν σε πιο ανθεκτικά μικτά δάση με πλατύφυλλα, προστατεύοντας το έδαφος και το νερό και αφήνοντας στις επόμενες γενιές πλουσιότερα δάση.
Σημαντικό ρόλο μπορούν να έχουν και τα κοπάδια, όταν χρησιμοποιούνται σωστά. Η ελεγχόμενη βόσκηση μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία οργανικής ουσίας και στη βελτίωση του εδάφους, ενώ η υπερβόσκηση οδηγεί στην ερημοποίηση.
Συχνά γίνεται λόγος για μεγάλα τεχνικά έργα, όπως φράγματα ή μονάδες αφαλάτωσης. Όμως, αν οι βροχοπτώσεις συνεχίσουν να μειώνονται, ακόμη και τα περισσότερα φράγματα δεν θα μπορέσουν να λύσουν το πρόβλημα.
Πριν αποθηκεύσουμε νερό, πρέπει να φροντίσουμε να υπάρχει νερό για να αποθηκευτεί. Με μια έννοια, πρέπει πρώτα να «φυτέψουμε» νερό στο έδαφος.
Οι μονάδες αφαλάτωσης αποτελούν χρήσιμη λύση σε ειδικές περιπτώσεις, αλλά είναι ενεργοβόρες και δαπανηρές και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τη φυσική ανανέωση των υδροφορέων.
Το βασικό συμπέρασμα είναι απλό: τα δάση, το έδαφος και το νερό συνδέονται άμεσα.
Η μείωση των βροχών δεν είναι μόνο αποτέλεσμα παγκόσμιων αλλαγών· είναι και αποτέλεσμα των τοπικών επιλογών μας.
Αν θέλουμε περισσότερο νερό στο μέλλον, πρέπει πρώτα να επιστρέψουμε το πράσινο στο έδαφος.
— Η άποψη ενός απλού πολίτη