«Εν μέσω της αναίτιας τρομολαγνείας που επικρατεί τις τελευταίες εβδομάδες στα ΜΜΕ και τα κοινωνικά δίκτυα σε σχέση με τους λαγοκέφαλους, και η οποία το μόνο που καταφέρνει είναι να καλλιεργεί τον πανικό στους πολίτες, είναι πλέον καιρός να συζητήσουμε σοβαρά για τα προβλήματα που έχουμε προκαλέσει στις θάλασσές μας και για τις λύσεις που οφείλουμε να εφαρμόσουμε. Αναφορικά με τους κολυμβητές, θα πρέπει να είναι πλέον ξεκάθαρο ότι ο λαγοκέφαλος δεν αποτελεί είδος επιθετικό προς τον άνθρωπο και δεν είναι τοξικός, παρά μόνο εάν καταναλωθεί. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις πολυάριθμες παρατηρήσεις δυτών και κολυμβητών σε όλη τη χώρα, οι οποίοι έχουν βρεθεί σε κοντινή απόσταση από λαγοκέφαλους χωρίς να καταγραφεί οποιαδήποτε αρνητική αλληλεπίδραση» σημειώνεται.
Πίσω από τα όποια περιστατικά δαγκώματος συνήθως εντοπίζεται κάποια ανθρωπογενής αιτία, η οποία έχει οδηγήσει σε αλλαγή της συμπεριφοράς συγκεκριμένων ατόμων του είδους, όπως π.χ. το τάισμα από ανθρώπους ή ο διασκορπισμός τροφής και δολωμάτων (συχνά εμπλουτισμένων με χημικούς ελκυστές) στα ρηχά νερά.
Όπως σημειώνεται, το πραγματικό πρόβλημα που προκαλεί η αύξηση των πληθυσμών του λαγοκέφαλου επηρεάζει πρωτίστως την αλιεία και τα θαλάσσια οικοσυστήματα.Παρότι τα προγράμματα αποζημιώσεων που εξαγγέλθηκαν από την κυβέρνηση θα παρέχουν κάποια αναγκαία στήριξη στους αλιείς που επηρεάζονται, δεν μπορούν να θεωρηθούν μακροπρόθεσμη ή ουσιαστική λύση, καθώς δεν αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια του προβλήματος.
Αντίστοιχα, λύση δεν αποτελούν ούτε οι διαγωνισμοί και τα «σαφάρι» λαγοκέφαλων, που το τελευταίο διάστημα κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερη δημοσιότητα.
“Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να επαναπαυθούμε σε τέτοιου είδους μέτρα, θεωρώντας ότι αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα, και να αποφύγουμε, για ακόμη μία φορά, να ασχοληθούμε με την διαχείριση των πραγματικών αιτιών” τονίζεται.
«Κλειδί οι φυσικοί θηρευτές του λαγοκέφαλου»
Ο Θοδωρής Τσιμπίδης, Διευθυντής του Ινστιτούτου, αναφέρει πως σε μία χώρα με περισσότερα από 16.000 χλμ. ακτογραμμής και μία από τις μεγαλύτερες θαλάσσιες εκτάσεις στη Μεσόγειο, είναι αφελές να θεωρούμε ότι ακόμη και η στοχευμένη αλίευση του λαγοκέφαλου θα μπορούσε να μειώσει ουσιαστικά τον πληθυσμό ενός είδους που παράγει εκατοντάδες χιλιάδες έως και περισσότερα από ένα εκατομμύριο αυγά ανά άτομο. Η ραγδαία αύξηση των πληθυσμών του λαγοκέφαλου, όπως και άλλων εισβολικών ειδών, μπορεί να περιοριστεί αποτελεσματικά μόνο σε υγιή και πλούσια σε βιοποικιλότητα θαλάσσια οικοσυστήματα, όπου υπάρχουν επαρκείς πληθυσμοί ειδών που λειτουργούν ως φυσικοί θηρευτές.
Το ψάρι Κυνηγός αποτελεί έναν από τους φυσικούς θηρευτές του λαγοκέφαλου, όπως και η ζαργάνα και άλλα είδη ψαριών. Τρέφονται με λαγοκέφαλους κυρίως στα πρώτα στάδια της ζωής τους, δηλαδή κατά την πιο κρίσιμη φάση για τον έλεγχο των πληθυσμών τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε στομάχια Κυνηγών έχουν εντοπιστεί από 50 έως και 180 νεαρά άτομα λαγοκέφαλου.
Το παράδειγμα της Κύπρου είναι χαρακτηριστικό: έπειτα από πέντε χρόνια εφαρμογής του προγράμματος και σχεδόν μισό εκατομμύριο ευρώ σε αποζημιώσεις, απομακρύνθηκαν περίπου 100 τόνοι λαγοκέφαλων. Ωστόσο, οι πληθυσμοί του λαγοκέφαλου δεν περιορίστηκαν, καθώς δεν εφαρμόστηκε κανένα ουσιαστικό διαχειριστικό μέτρο. Όπως αναφέρουν, άλλωστε, και οι κυπριακές αρχές, το πρόγραμμα αυτό σχεδιάστηκε ως μέτρο μετριασμού των επιπτώσεων στους παράκτιους αλιείς και όχι ως μέσο εξάλειψης του είδους.
«Στην Ελλάδα σήμερα, πέρα από τα όποια προγράμματα αποζημιώσεων, μήπως αντί η πολιτεία να τρέχει πίσω από τον επικοινωνιακό πανικό, ήρθε επιτέλους η ώρα, έστω και με καθυστέρηση ετών, να αντιμετωπίσει τη ρίζα του προβλήματος, που δεν είναι άλλη από τη χρόνια υπεραλίευση και τις καταστροφικές πρακτικές αλιείας; Πρακτικές που αποδεκατίζουν τα ιχθυαποθέματα, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, υπονομεύοντας τη δυνατότητα των θαλάσσιων οικοσυστημάτων να αυτορυθμίζονται και να αντιστέκονται στην εξάπλωση εισβολικών ειδών» διευκρινίζει στην ανακοίνωση.
Οι πραγματικές αιτίες του προβλήματος, σύμφωνα με το «Αρχιπέλαγος»
- Επί δεκαετίες αποδεκατίζουμε τις θάλασσές μας, ενώ η πολιτεία διαχρονικά δεν έλαβε ούτε καν τα στοιχειώδη μέτρα για την προστασία των ιχθυαποθεμάτων. Χαρακτηριστικό είναι ότι τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι ερασιτέχνες αλιείς εντείνουν την αλιευτική τους δραστηριότητα κάθε άνοιξη, δηλαδή ακριβώς την εποχή που τα περισσότερα είδη συγκεντρώνονται στα παράκτια νερά για να αναπαραχθούν, καθιστώντας τα ιδιαίτερα ευάλωτα στην αλίευση.
- Εξίσου χαρακτηριστικό είναι ότι, από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα, τα ίδια πρόσωπα στις αρμόδιες υπηρεσίες αλιείας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης αφέθηκαν από διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες να αυτοσχεδιάζουν στη διαχείριση της αλιείας, με τους πολιτικούς να παραμένουν ουσιαστικά απόντες, χωρίς ούτε να γνωρίζουν ούτε να επιδιώκουν να κατανοήσουν τα προβλήματα ενός τομέα, πολλά από τα οποία θα μπορούσαν να έχουν επιλυθεί εδώ και χρόνια.
- Χωρίς ουσιαστικά μέτρα διαχείρισης και προστασίας, η υπεραλίευση επιδεινώνεται χρόνο με τον χρόνο. Καθώς οι θάλασσές μας αδειάζουν από ψάρια, σταδιακά ερημοποιούνται οικολογικά, δημιουργώντας κενά που συχνά καταλαμβάνονται από νέα, ξενικά και εισβολικά είδη. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι μεγαλύτερες εξάρσεις λαγοκέφαλων και άλλων ξενικών ειδών καταγράφονται στην Κρήτη και στην Εύβοια, δύο από τις πλέον υπεραλιευμένες περιοχές της χώρας.
- Σε αυτή τη διαδικασία συμβάλλει ασφαλώς και η κλιματική αλλαγή, η οποία ευνοεί την εγκατάσταση και εξάπλωση νέων ειδών. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή δεν μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί άλλοθι για την απραξία ούτε εύκολη δικαιολογία που καλλιεργεί τη μοιρολατρία, αντί της λήψης των αυτονόητων μέτρων προστασίας και διαχείρισης.
«Ως Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας Αρχιπέλαγος δεν λειτουργούμε ως φορέας διαμαρτυρίας, αλλά επιδιώκουμε να συμβάλλουμε με τεκμηριωμένες και άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις. Έπειτα από πολύμηνη προετοιμασία, την επόμενη εβδομάδα θα καταθέσουμε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ένα προτεινόμενο σχέδιο νόμου,βασισμένο στην εμπειρία και τις καλές πρακτικές μεσογειακών και βαλκανικών χωρών, που θα στοχεύει στην προστασία της αναπαραγωγής των βασικών ειδών αλιευμάτων. Όσα μέτρα και αν εξαγγελθούν, οι φυσικοί μηχανισμοί αυτορρύθμισης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων δεν πρόκειται να επανέλθουν, εάν δεν προστατεύσουμε αποτελεσματικά την αναπαραγωγή των ψαριών σε ολόκληρη την ελληνική ακτογραμμή – και όχι αποσπασματικά μόνο μέσα σε θαλάσσια πάρκα – επιτρέποντας παράλληλα την ανάκαμψη των ιχθυοπληθυσμών. Ένα υγιές και πλούσιο σε ψάρια οικοσύστημα έχει τη φυσική ικανότητα να αυτορυθμίζεται και να περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πληθυσμιακές εξάρσεις και ανισορροπίες, είτε αυτές αφορούν εισβολικά είδη, όπως ο λαγοκέφαλος, είτε τις μέδουσες και άλλα θαλάσσια είδη» καταλήγει το Ινστιτούτο.
*Οι απόψεις που δημοσιεύονται εκφράζουν το συντάκτη κάθε άρθρου και δεν αποτελούν συμπεράσματα ρεπορτάζ ή τοποθέτηση της ιστοσελίδας.