Η άμυνα του πολίτη σε περίπτωση πλειστηριασμού

Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης Δικηγόρος Αθηνών-Συνταγματολογος

Το ελληνικό δημόσιο με τα χρήματα των φορολογουμένων, έχει προβεί αρκετές φορές στην ανακεφαλαιοποιηση τραπεζών, δηλαδή στην διάσωση των τραπεζών με κρατικά χρήματα, χωρίς να επιβάλει στις τράπεζες με νόμο την διαγραφή μέρους δανείων των πολιτών. Οι εισπρακτικές εταιρείες των τραπεζών, παρενοχλούν διαχρονικά τους πολίτες δανειολήπτες σε ακατάλληλες ώρες, εκβιάζοντας στην εξόφληση του δανείου τους, κατά παράβαση της εθνικής νομοθεσίας, χωρίς ουσιαστική κρατική παρέμβαση. Η Ολομέλεια του  Αρείου Πάγου αποφάνθηκε (1/2023) ότι οι διαχειριστές των funds που εδρεύουν στην Ελλάδα μπορούν να ενεργούν δικαστικές πράξεις (να γίνονται διάδικοι) και να προβαίνουν σε πλειστηριασμούς με τη δική τους επωνυμία και όχι ως πληρεξούσιοι των funds. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με βάση την νομιμοποίηση των funds το 2015, αποφάνθηκε ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών έχει καταθέσει από τα τέλη Ιουλίου στο Πρωτοδικείο Αθηνών έγκλιση και μηνυτήρια αναφορά κατά των εισπρακτικών εταιρειών για το αδίκημα της αντιποίησης του δικηγορικού λειτουργήματος.

Περιπτώσεις παράνομων – απαγορευμένων πρακτικών εισπρακτικών εταιριών:

* Αν εμφανίζονται ή λειτουργούν ως δικηγορικά γραφεία και απειλούν με κατασχέσεις και φυλάκιση.
* Αν απειλούν με κατασχέσεις οφειλών σε στεγαστικά και καταναλωτικά για ποσά λιγότερα των 20.000 ευρώ χωρίς ξεκαθαρίζουν τις προϋποθέσεις που θέτει ο πρόσφατος νόμος για του πλειστηριασμούς.
* Να αναζητούν προσωπικά δεδομένα μέσω τρίτων προσώπων και μέσω της απόρρητης φορολογικής δήλωσης.
* Να ενημερώνουν τρίτα πρόσωπα για τις οφειλές καθώς και στην περίπτωση αυτή έχουν παράβαση του νόμου για τα προσωπικά δεδομένα.
* Να μην εξηγούν επακριβώς το ποσό της οφειλής και επιβάλουν με εκβιαστικούς τρόπους για να καταβληθεί η οφειλή.
Σε περίπτωση παραβίασης των ανωτέρω υποχρεώσεων-απαγορεύσεων από τις εισπρακτικές εταιρείες επιβάλλεται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, σε βάρος των εταιρειών (καθώς και σε βάρος των τραπεζών – δανειστών οι οποίες συνεργάζονται με αυτές αν κριθεί ότι φέρουν κι αυτές ευθύνη) πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής μάλιστα, το ανώτατο αυτό όριο προστίμου διπλασιάζεται (ήτοι 1.000.000€).
Η επιβολή των ως άνω διοικητικών κυρώσεων είναι ανεξάρτητη από κάθε άλλη αστική, ποινική ή πειθαρχική κύρωση που τυχόν προβλέπεται σε βάρος των εταιρειών αυτών στην κείμενη νομοθεσία.
Αρκετές είναι πλέον οι περιπτώσεις που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα οφειλετών που κατέφυγαν τόσο κατά εισπρακτικών εταιρειών όσο και κατά των ίδιων των Τραπεζών, ζητώντας αποζημίωση για την παράνομη συμπεριφορά τους να χρησιμοποιούν πιεστικά και με απόλυτα καταχρηστικό τρόπο τηλεφωνικές κλήσεις κατά των οφειλετών, με τους Δικαστές να δικαιώνουν τους πολίτες – οφειλέτες και να επιδικάζουν σε αυτούς χρηματικές αποζημιώσεις ως αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν από τις παράνομες αυτές ενέργειες. Μερικές από τις πιο πρόσφατες αποφάσεις και μάλιστα με μεγάλο νομολογιακό ενδιαφέρον είναι οι εξής:
-ΜΠρΑθ 1566/2017: Η απόφαση έκρινε τελεσίδικα ότι τα επανειλημμένα τηλεφωνήματα από εισπρακτικές εταιρείες προς οφειλέτες, υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο μέτρο που οφείλεται στις συναλλαγές και επομένως προσβάλουν την προσωπικότητα των οφειλετών, οι οποίοι για τον λόγο αυτό δικαιούνται αποζημιώσεως. Επιδικάστηκε στον ενάγοντα-οφειλέτη ως αποζημίωση για αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης ποσό 3.000€.
-ΕιρΑθ 415/2016: (Από το κείμενο της απόφασης) «Ο ενάγων (οφειλέτης), δεν γνώριζε ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα διαβιβαστούν στην άνω συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών (εισπρακτική εταιρεία). Ούτε τους λοιπούς αποδέκτες κατά το όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία εξατομίκευσης αυτών και των τυχόν εκπροσώπων, που θα έπρεπε (βάσει νόμου) να γνωρίζει… Ούτε υπήρξε η ειδική και ρητή συναίνεση του ενάγοντα προς αυτά… Η εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών (εισπρακτική), εξάλλου, με την οποία συμβλήθηκε η εναγομένη (Τράπεζα), ήταν γνωστή μεν σε εκείνη, όχι όμως στον ενάγοντα (οφειλέτη), που δεν συμβλήθηκε μαζί της… Ως συνέπεια, υπήρξε παραβίαση των όρων του νόμου και των δικαιωμάτων ενημέρωσης και χρόνου αντίδρασης του ενάγοντα (οφειλέτη)….
…Κατ` ακολουθία, εφόσον αποδείχτηκε η βασιμότητα της αγωγής στην ουσία της, θα πρέπει, να γίνει δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό 5.869,40€».
Το 2015 καταργήθηκε το διαβόητο άρθρο 938 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το οποίο επέτρεπε την αναστολή της εκτέλεσης (δηλαδή την παύση κάθε ενέργειας που προωθεί την εκτέλεση κι άρα τον πλειστηριασμό) μέχρι την έκδοση απόφασης επί της Ανακοπής κατά της Κατασχετήριας Έκθεσης. Σήμερα, δε, το ίδιο άρθρο επιτρέπει Αίτηση Αναστολής Εκτέλεσης κατά ακινήτου μόνο σε δεύτερο βαθμό, δηλαδή προϋποθέτει να έχει βγει απορριπτική απόφαση επί της Ανακοπής κατά της Κατασχετήριας Έκθεσης, να έχει ασκηθεί Έφεση και μόνον κατόπιν είναι επιτρεπτή η Αίτηση Αναστολής – προϋποθέτοντας ότι ο οφειλέτης έχει το χρόνο να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες, όπως παραπάνω αναφέραμε.Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν έμμεσες οδοί που επιτρέπουν την αναστολή του πλειστηριασμού. Ειδικότερα, συνεχίζει να ισχύει η Αίτηση Αναστολής που αφορά την Ανακοπή κατά της Διαταγής Πληρωμής, η οποία προϋποθέτει την νομότυπη άσκηση της Ανακοπής αυτής, ήδη με την πρώτη κοινοποίηση της Διαταγής Πληρωμής και δυνάμει της οποίας υπάρχει δυνατότητα αναστολής με ασφαλιστικά μέτρα.
Δεκτή έγινε ανακοπή κατ’ άρθρο 933 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, λόγω καταχρηστικής επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας, με την επιβολή κατάσχεσης και επίσπευση πλειστηριασμού επί ακίνητης περιουσίας της (ΕιρΑθ 1036/2022)Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.Η εκτέλεση είναι καταχρηστική, όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή όταν η άσκηση της αντίστοιχης αξίωσης χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση του να δημιουργούν για τον υπόχρεο έντονη εντύπωση αδικίας.
Έχει κριθεί πολλές φορές άκυρη ως καταχρηστική η επίσπευση πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας σε σχέση με την απαίτηση του δανειστή, καθώς μία τέτοια ενέργεια παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, με απλά λόγια θεωρείται ως ένα υπερβολικά επαχθές μέτρο συγκριτικά με τον σκοπό που επιδιώκεται.

Άκυρη λόγω καταχρηστικότητας είναι και η κατάσχεση που επιβάλλεται σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ασήμαντης αξίας σε σχέση με την απαίτηση της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση, ιδίως όταν έχει ως συνέπεια την εξουθένωση του οφειλέτη φυσικού προσώπου ή επιχείρησης.
Επιβολή κατάσχεσης σε περιουσιακό στοιχείο, από τον πλειστηριασμό του οποίου δεν θα ικανοποιηθεί ο δανειστής που επιβάλλει την κατάσχεση, διότι προηγούνται άλλοι δανειστές:
Η εν λόγω περίπτωση αφορά οφειλέτες που έχουν οφειλές έναντι περισσότερων δανειστών, συνήθως πιστωτικών ιδρυμάτων. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική η κατάσχεση που επιβάλλει δανειστής στην περιουσία του οφειλέτη, όταν δεν προσδοκά να ικανοποιήσει την απαίτησή του, είτε επειδή επί του κατασχόμενου περιουσιακού στοιχείου υπάρχουν ήδη εξασφαλίσεις (συνήθως προσημείωση υποθήκης) υπέρ άλλου δανειστή είτε επειδή ο οφειλέτης έχει υψηλά χρέη προς δανειστές που προηγούνται έναντι του επισπεύδοντος στον πλειστηριασμό (π.χ. Δημόσιο ή Ασφαλιστικά Ταμεία).
Μάλιστα η αρεοπαγιτική νομολογία έχει κρίνει καταχρηστική την τραπεζική κατάσχεση ακινήτου πολύ ακριβότερου από το ποσό οφειλής και ενώ υπήρχε δυνατότητα κατάσχεσης άλλου ακινήτου μικρότερης αξίας που αντιστοιχούσε στο ύψος του χρέους, υπερκαλύπτοντάς το.
Οι κυριότερες τακτικές άμυνας κατά της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού είναι, μεταξύ άλλων:

 
-Σφάλματα της τράπεζας κατά τη σύνταξη της κατασχετήριας έκθεσης και της διαδικασίας πλειστηριασμού [π.χ. λανθασμένη περιγραφή του ακινήτου, ζητήματα που αφορούν την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου, ζητήματα αρμοδιότητας, μη ακριβής περιγραφή του εκτελεστού τίτλου κ.α.]
-Η πραγματική εμπορική αξία του κατασχεμένου ακινήτου είναι μεγαλύτερη από την τιμή πρώτης προσφοράς.
-Καταχρηστική επίσπευση πλειστηριασμού όταν υπάρχει και άλλη περιουσία ή το ποσό της απαίτησης είναι αναλογικά μικρό [π.χ. ενώ ο οφειλέτης διαθέτει διάφορα ακίνητα εκπλειστηριάζεται η ά κατοικία του]
-Καταχρηστική επίσπευση πλειστηριασμού [π.χ. κατά τις διαπραγματεύσεις ρύθμισης της οφειλής, συμπεριφορά ενάντια στην καλή πίστη]
-Έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης [όταν έχουν μεσολαβήσει πολλαπλές μεταβιβάσεις του δανείου χωρίς τη σωρευτική τήρηση των προϋποθέσεων]
-Λοιπά δικονομικά σφάλματα.

Η νομολογία έχει πλούσιο υλικό να επιδείξει από περιπτώσεις δανειοληπτών που δικαιώθηκαν ύστερα από άσκηση Ανακοπής και σταμάτησαν έτσι την εκτέλεση σε βάρος τους. Αναφέρουμε τις πιο συνηθισμένες άμυνες, υπάρχουν δε πολλές ακόμη εξειδικευμένες τακτικές άμυνας, που εξαρτώνται από την εκάστοτε περίπτωση δανείου:                                                                                                                                              –  Έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της τραπεζικής εταιρίας, όταν έχουν μεσολαβήσει πολλαπλές μεταβιβάσεις χωρίς να τηρηθούν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.
-Ένσταση παραγραφής συμβατικών τόκων και τόκων υπερημερίας.
-Λανθασμένος υπολογισμός των τόκων της δανειακής σύμβασης.
-Καταχρηστικοί Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ). [Έχει κριθεί, παραδείγματος χάριν, ότι είναι καταχρηστικοί οι όροι που δεν προσδιορίζουν εκ των προτέρων με σαφήνεια το επιτόκιο, αφήνουν το τίμημα επίτηδες αόριστο, επιβαρύνουν τη σύμβαση με υπέρογκα έξοδα, δίνουν το δικαίωμα στην τράπεζα να καταγγείλει τη σύμβαση όποτε θέλει κ.α.]
Η απαίτηση δε προκύπτει με βέβαιο τρόπο από τα έγγραφα που προσκόμισε η τράπεζα για την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής.
Συμψηφισμός τυχόν ανταπαιτήσεων και ασφαλειών ιδίως ομολογιακών ή ενεχυριασμένων προϊόντων.
Συμπεριφορά της τράπεζας αντίθετη στην αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
  • Η Διαταγή Πληρωμής να ενσωματώνει παράνομες επιβαρύνσεις και παράνομα έξοδα κατά παράβαση του άρθρου 78 του Συντάγματος, της αρχής της διαφάνειας και με τον τρόπο αυτό η απαίτηση να είναι αβέβαιη προς το ύψος της [εισφορά του Ν. 128/1975, έξοδα φακέλου, έξοδα πιστοληπτικής ικανότητας, έξοδα κίνησης λογαριασμού, έξοδα νομιμοποίησης, παράνομοι ανατοκισμοί αυτών κ.α.]
  • Η Διαταγή Πληρωμής να εκδόθηκε από αναρμόδιο κατά τόπον ή καθ’ ύλη Δικαστηρίου [π.χ. να εκδόθηκε στην Αθήνα, όταν ο δανειολήπτης είναι κάτοικος Θεσσαλονίκης]
  • Η Διαταγή Πληρωμής να μην αναφέρει ούτε να επικαλείται τα επιτόκια που ίσχυαν κατά τη διάρκεια του δανείου, ώστε να μη μπορεί να διαγνωσθεί με ασφάλεια το ύψος της απαίτησης.
  • Η απαίτηση να μην είναι εκκαθαρισμένη και νόμιμη διότι περιλαμβάνει τόκους υπολογισμένους με έτος 360 ημερών, κατά παράβαση των διατάξεων του 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994 και του άρθρου 372 ΑΚ.
  • Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος [π.χ. όταν το δάνειο καταγγέλλεται καταχρηστικά ή μεσολαβεί πολύ μεγάλο διάστημα αδράνειας της τράπεζας ή όταν η τράπεζα αρνείται αδικαιολόγητα να συναινέσει σε ρύθμιση του].
  • Καταχρηστικοί όροι που αφορούν τους εγγυητές. Οι εγγυητές παραιτούνται εκ των προτέρων από όλες τις ενστάσεις που τους δίνει ο νόμος, όπως η ένσταση δίζησης ή ελευθερώσεως. Σε ορισμένες περιπτώσεις [παραδείγματος χάριν, όταν οι εγγυητές δεν έχουν τεχνικές γνώσεις, τυγχάνουν αναλφάβητοι, είναι πολύ μεγάλης ή πολύ μικρής ηλικίας, έχουν ποσοστό αναπηρίας κ.α.] τα Δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η παραίτηση από όλα τα δικαιώματα που τους δίνει ο νόμος είναι καταχρηστική.