Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά

Το «Κ» μπαίνει πρώτο στο αναστηλωμένο Ανάκτορο των Δεσποτών, στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά, και παρουσιάζει τις 22 ενδυμασίες με τις οποίες η Αγνή και η Ελισάβετ της Παντάνασσας ζωντανεύουν την αυτοκρατορική ατμόσφαιρα της Καστροπολιτείας.

«Τι να σου πρωτοπώ για να σε βάλω στο mood των ενδυμασιών που φτιάξαμε;» με ρωτάει η μοναχή Αγνή της Παντάνασσας. Το μαύρο ράσο και το μαφόριό της αφήνουν ακάλυπτα μόνο τα χέρια και ένα μέρος του προσώπου της. Ακούγοντάς την κάποιος να μιλάει, μπορεί όντως να μπει σε mood ταξιδιού στον χρόνο, όταν στον Μυστρά ζούσαν οι αυτοκράτορες, οι δεσπότες, οι ευγενείς, οι καλλιτέχνες και οι λόγιοι στην τελευταία αναλαμπή της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας.

Η ίδια μαζί με τη μοναχή Ελισάβετ έραψαν και κέντησαν 22 βυζαντινής έμπνευσης φορεσιές, εκ των οποίων οι 19 παρουσιάζονται ως περιοδικά εκθέματα στην περίφημη Αίθουσα του Θρόνου του παλατιού. Είναι τόσο εντυπωσιακές και περίτεχνες, που θαμπώνουν τους επισκέπτες. Είναι και ασήκωτες, όπως πληροφορούμαι, από τα κεντίδια…

Ωστόσο, ο ανάπλους της Αγνής στο παρελθόν της Καστροπολιτείας μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακοπεί. Ξαφνικά, η αφήγησή της μεταπηδά στην αγάπη που είχε από μικρή για την τζαζ –μια αγάπη που την οδήγησε να μάθει ντραμς–, στον Μάιλς Ντέιβις, τον οποίο είχε δει στον Λυκαβηττό, στον Χέρμπι Χάνκοκ στο Παλλάς. Κι έπειτα, στην Αθήνα, όπου μεγάλωσε, και στις σπουδές στις θετικές επιστήμες που ετοιμαζόταν να ακολουθήσει στη Γερμανία.

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-1
Το ένδυμα της αυτοκράτειρας Ελένης Δραγάση.

«Ένα αίσθημα σχεδόν ερωτικό»

Όλα αυτά, βέβαια, συνέβησαν προτού πατήσει η ίδια το πόδι της στον ιστορικά φορτισμένο τόπο και στη μονή, που έμελλε να αλλάξει την πορεία της ζωής της. «Ένιωσα εδώ την παρουσία της Παναγίας, ένα αίσθημα σχεδόν ερωτικό, που με οδήγησε στην απόφαση να φορέσω τα ράσα», ομολογεί. Γεννημένη το 1969, συμπληρώνει φέτος 37 χρόνια στην Παντάνασσα και είναι μία από τις τέσσερις μοναχές της σημερινής κοινότητας. Μαζί της ζουν η Ελισάβετ, που ήρθε σε νεαρή ηλικία από την τότε κομμουνιστική Βουλγαρία, και οι δύο μεγαλύτερες Λάκαινες, η γερόντισσα Ακακία και η ηγουμένη Αβερκία. Οι τέσσερις γυναίκες συνεχίζουν μια μοναστική παράδοση που διακόπηκε στα Ορλωφικά του 1770, όταν Τουρκαλβανοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν τον Μυστρά. Η μονή ξαναζωντάνεψε το 1855 και έκτοτε φιλοξένησε σημαντικές γυναικείες προσωπικότητες, καθεμία από τις οποίες συνέβαλε με τον δικό της τρόπο στη διάσωση των βυζαντινών σπαραγμάτων. Όλες τους είχαν βαθιά επίγνωση της ιστορικής και πολιτισμικής αξίας του τόπου μέσα στον οποίο είχε χτιστεί η Παντάνασσα.

Οι μόνες ψυχές σε μια «νεκρή πολιτεία»

Έβαλαν πόρτες και παράθυρα σε ναούς που βρίσκονταν στο έλεος του καιρού και του χρόνου, προσπάθησαν να συντηρήσουν αγιογραφίες και να συνδράμουν το έργο των ειδικών. Έτσι, πλέον, η μονή λειτουργεί ως ακοίμητος φρουρός της Ιστορίας. Αν, μάλιστα, το καλοσκεφτεί κανείς, οι μοναχές είναι σήμερα οι μόνες ψυχές που κατοικούν σε μια «νεκρή πολιτεία», όπως χαρακτηρίστηκε ο Μυστράς από το ίδιο το κράτος το 1921. Μαζί με τους φύλακες αφουγκράζονται το θρόισμα του ανέμου ανάμεσα στα ερείπια, ακούν τα πουλιά και τα τζιτζίκια, αγναντεύουν την απέραντη θέα προς τον ορίζοντα. Στην κορυφή του λόφου βρίσκεται το κάστρο του Μυζηθρά, χτισμένο το 1249 από τον Φράγκο Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο, το οποίο πέρασε στα χέρια των Βυζαντινών λίγα χρόνια αργότερα (1262). Γύρω από το παλάτι, στο οποίο οι Καντακουζηνοί και οι Παλαιολόγοι πρόσθεσαν πτέρυγες, χτίστηκαν σταδιακά ναοί, μονές και αρχοντικές κατοικίες. Ανάμεσά τους και η Παντάνασσα, το τελευταίο θρησκευτικό μνημείο που ανεγέρθηκε στον Μυστρά. Για ένα διάστημα, η Καστροπολιτεία εξελίχθηκε στο σημαντικότερο διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο του Μοριά. Από εκεί έμελλε να αναχωρήσει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς», που στέφθηκε αυτοκράτορας το 1449 και έπεσε μαχόμενος κατά την Άλωση το 1453.

Μετά την Άλωση της Πόλης, ο Μωάμεθ έφτασε το 1460 με την πολύχρωμη στρατιά του για να βάλει τέλος σε αυτόν τον θύλακο, που αποτελούσε σημείο όπου συναντιούνταν τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του Βυζαντίου και της Δύσης. Αργότερα, το 1825, ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματά του τον λεηλάτησε και τον κατέκαψε, αλλοιώνοντας τη μορφή του. Οι τοίχοι και οι τρούλοι, ωστόσο, έστεκαν πεισματικά όρθιοι έως τη δεκαετία του 1930, οπότε ο Αναστάσιος Ορλάνδος ξεκίνησε πρώτος εργασίες αναστήλωσης στον Μυστρά.

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-2
Το αποκατεστημένο ανάκτορο εντυπωσιάζει με την κλίμακα και τη μεγαλοπρέπειά του.

Ένα παλάτι μοναδικό

Χρειάστηκε, όμως, να περάσουν περίπου 90 χρόνια, να επενδυθούν κρατικά, κοινοτικά και χορηγικά κονδύλια, να εργαστούν εκεί γενιές αρχαιολόγων, συντηρητών, αναστηλωτών και εργατών και να ξεπεραστούν πολλά τεχνικά προβλήματα. Ομολογουμένως, η υπουργός που έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στο έργο από όλους τους προκατόχους της ήταν η Λίνα Μενδώνη, η οποία το έθεσε ως προσωπικό της στοίχημα ο αρχαιολογικός χώρος, με τα σπουδαία μνημεία του, να ανοίξει ολοκληρωμένος και πλήρως προσβάσιμος στο κοινό τον Μάιο του 2026.
Εκτείνεται σε 200 στρέμματα, από το κάστρο στην κορυφή έως τη μία από τις δύο εισόδους, στα ριζά του λόφου. Δεσπόζει, βέβαια, το παλάτι. Παραμένει το μοναδικό βυζαντινό ανάκτορο που σώζεται στην ολότητά του, ενώ ούτε στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει αντίστοιχο που να διατηρείται, όπως αυτό, σε τρεις ορόφους.

Στον χώρο, στα μνημεία, καθώς και στις μόνιμες και στις περιοδικές εκθέσεις μάς ξενάγησε η έφορος Αρχαιοτήτων Λακωνίας Ευαγγελία Πάντου. Ο επισκέπτης εισέρχεται πράγματι σε μια χρονοκάψουλα, μέσα στην οποία αντιλαμβάνεται το μεγαλείο του βυζαντινού πολιτισμού, διαισθάνεται το πόσο μαεστρικά ισορροπούσε ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση και διαπιστώνει το εύρος της γεωγραφικής επιρροής του: στον βυζαντινό και οθωμανικό Μυστρά βρίσκει κανείς τεκμήρια ακόμη και από το Ιράν.

Σταθήκαμε με ενδιαφέρον μπροστά σε ένα μικρό πιρούνι με τον δικέφαλο αετό στη λαβή. Σήμερα δεν μας κάνει εντύπωση, όταν όμως κατασκευάστηκε, ήταν ένα άγνωστο αντικείμενο για τις Αυλές της Δύσης, οι ηγεμόνες των οποίων έτρωγαν με τα χέρια. Εντυπωσιακή είναι και η επιβλητική Αίθουσα του Θρόνου, με έναν μικρό εξώστη για τους μουσικούς, ώστε να συνοδεύουν με μελωδίες την αναγγελία των ξένων αντιπροσωπειών και να τέρπουν δεσπότες και αυτοκράτορες. Η Ευαγγελία Πάντου μάς εξηγούσε ότι, πέρα από την ακοή, ενεργοποιούνταν και οι άλλες αισθήσεις: η μυρωδιά του λιβανιού, ο υποφωτισμός της αίθουσας και οι ήχοι συνέβαλλαν στη μυστηριακή μεγαλοπρέπεια της Αυλής των δεσποτών του Μυστρά.

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-3
Στην Αίθουσα του Θρόνου εκτίθενται σε περιοδικό αφιέρωμα 19 από τις 22 φορεσιές.

Εκεί, στην πλέον περίβλεπτη θέση, παρουσιάζονται οι ενδυμασίες των μοναχών της Παντάνασσας, κύρια εκθέματα του αφιερώματος Το φως της Αυλής. Απείκασμα ενδόξου περιβολής. Αποτελούν πράγματι μια σπουδαία εισαγωγή για τον επισκέπτη, καθώς μέσα από τα ενδύματα μπορεί αίφνης να σχηματίσει τη μορφή υπαρκτών προσώπων, όπως αρχόντισσες, δωρήτριες, αφιερώτριες, λόγιες, μέλη του αρχοντολογίου αλλά και της αυτοκρατορικής οικογένειας. Βλέπει τι φορούσαν αυτοκράτορες όπως ο Μανουήλ Β΄, ο Ιωάννης Η΄ ή ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, η αυτοκράτειρα Ελένη Δραγάση, οι δεσπότες και οι σύζυγοί τους, οι οποίες ονομάζονταν, σύμφωνα με την εθιμοτυπία της εποχής, «βασίλισσες».

«Το δικό μας δώρο στον Μυστρά»

Πώς, όμως, δύο ταπεινές μοναχές, χωρίς προηγούμενη πείρα, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο corpus ενδυμάτων; Εντυπωσίασαν ακόμη και τους εξειδικευμένους ενδυματολόγους της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, οι οποίοι κλήθηκαν να κάνουν ορισμένες προσαρμογές, ώστε τα ενδύματα να μετατραπούν σε εκθέματα και να τελειοποιηθεί η μορφή τους.

«Ζώντας επί 37 χρόνια στον Μυστρά, βίωσα από κοντά τις προσπάθειες φωτισμένων ανθρώπων. Ανάμεσά τους ο αρχιτέκτονας και συντηρητής Στέφανος Σίνος, ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ο οποίος, ως πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής Αποκατάστασης, εργάστηκε σκληρά επί δεκαετίες, αλλά και η βυζαντινολόγος Ντούλα Μουρίκη. Ακόμη και τις προσπάθειες των ταπεινών εργατών, που κουβαλούσαν τα υλικά και μοχθούσαν κάτω από τον ήλιο», λέει η Αγνή. «Ζήσαμε τον κόπο, την αγωνία και το μεράκι τους να αναστήσουν έναν κόσμο που χάθηκε, αλλά δεν πέθανε, αφού είχε αφήσει πίσω του υλικά κατάλοιπα. Θελήσαμε κι εμείς, με τη σειρά μας, να κάνουμε ένα δώρο στον Μυστρά», συμπληρώνουν μαζί με την Ελισάβετ.

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-4
Οι ψηφιακές αναπαραστάσεις είναι βοηθητικές για να ξεναγηθεί κανείς.

Ήξεραν, λοιπόν, να ράβουν; «Ούτε κουμπί. Μας είχε κακομάθει η ηγουμένη, η οποία γνώριζε ραπτική και μας φρόντιζε περισσότερο κι από το αν ήμασταν κόρες της. Η αλήθεια είναι πως ξεκινήσαμε διαφορετικά. Το 2018 εμπνευστήκαμε κάτι που αποκαλέσαμε “βελουδογραφίες”. Αρχίσαμε, δηλαδή, να ζωγραφίζουμε πάνω στο βελούδο ιστορικά πρόσωπα από το παρελθόν του Μυστρά, αντλώντας έμπνευση από τις τοιχογραφίες. Το βελούδο, όμως, είναι ιδιότροπο ως υλικό και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να πετύχουμε ένα καλό αποτέλεσμα», εξηγεί η Αγνή.

«Ήταν κάτι σαν προσευχή…»

«Ώσπου μέσα στην πανδημία, μου ήρθε μια ιδέα», συνεχίζει. «Γιατί αυτά τα δισδιάστατα έργα να μη μεταφέρονταν στο ύφασμα; Αυτό, όμως, απαιτούσε διαφορετική, πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε του κεφαλιού μας ή να βγάλουμε από τη φαντασία μας πώς θα ήταν τα βυζαντινά ενδύματα, τη στιγμή που υπήρχαν άρτιες επιστημονικές μελέτες. Πολύ περισσότερο, αφού θέλαμε να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας σε αρχαιολόγους, οι οποίοι θα μας έκριναν με διαφορετικά μέτρα και σταθμά».

»Ξεκινήσαμε από το μηδέν. Πήραμε σύνεργα και ραπτομηχανή και η ηγουμένη μάς έμαθε ορισμένα πράγματα. Βέβαια, και για τις βελουδογραφίες είχαμε στηριχθεί σε αγιογραφίες από τους ναούς του Μυστρά. Αυτό, πάντως, δεν ήταν αρκετό, γιατί από την εικόνα και μόνο, ιδίως όταν είναι μισοσβησμένη, δεν μπορείς να βγάλεις ασφαλή συμπεράσματα. Χρειαζόταν, λοιπόν, μελέτη και έρευνα, ώστε η Ελισάβετ, που έχει καλό χέρι, να κάνει τα αρχικά σχέδια και ύστερα να δημιουργήσουμε τα ενδύματα. Εντοπίζαμε αρχαιολογικές μελέτες, διδακτορικές διατριβές και άλλες εργασίες πάνω στο θέμα και τις διαβάζαμε. Η μαθητεία ήταν δύσκολη και η πράξη ακόμη δυσκολότερη. Ήταν κάτι σαν προσευχή, που απαιτούσε προσήλωση και συγκέντρωση. Μερικές φορές μάς έπιαναν και τα κλάματα, αλλά δεν το βάζαμε κάτω. Είχαμε τον στόχο μας», υπογραμμίζει η Αγνή, η οποία είχε γνωρίσει και τον Γιάννη Τσαρούχη στον Μυστρά.

«Δεν μπορούσαμε να βγάλουμε από τη φαντασία μας πώς θα ήταν τα βυζαντινά ενδύματα, τη στιγμή που υπήρχαν άρτιες επιστημονικές μελέτες», λέει η μοναχή Αγνή.

Η γερόντισσα Αβερκία, που παρακολουθούσε τη συζήτηση, συμπλήρωνε ότι τον θυμόταν να «προσκυνά» όλους τους ναούς. Ο ζωγράφος είχε εργαστεί με τον δάσκαλό του, Φώτη Κόντογλου, ο οποίος γνώριζε από πρώτο χέρι τους εικονογραφικούς θησαυρούς της Παντάνασσας.

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-5
Η ενδυματολόγος και σκηνογράφος, υπεύθυνη του Ενδυματολογικού Τμήματος της ΕΛΣ, Τότα Πρίτσα.

«Μπήκαμε στον κόσμο των Βυζαντινών»

Ποιοι υπήρξαν, τελικά, οι μέντορες των δύο μοναχών, πέρα από την ηγουμένη που τους δίδαξε την τέχνη του γαζιού; «Πρώτο μας στήριγμα ήταν η αρχαιολόγος Παρή Καλαμαρά, η οποία εργαζόταν τότε στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας. Ειδικεύεται στις ενδυμασίες εκείνης της περιόδου και μας έδωσε τα φώτα της. Ύστερα στάθηκαν στο πλευρό μας η Κύπρια πανεπιστημιακός Μαρία Παρανή, διακεκριμένη βυζαντινολόγος και ιστορικός της τέχνης, καθώς και η Μελίτα Εμμανουήλ, ιστορικός τέχνης και ομότιμη καθηγήτρια της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Μας βοήθησαν πολύ: έκαναν παρατηρήσεις πάνω στις δημιουργίες μας και μας διόρθωναν χωρίς να μας αποθαρρύνουν.

Τίποτε από όσα φτιάξαμε δεν έγινε χωρίς τεκμηρίωση. Κάθε ένδυμα παραπέμπει σε κάποια πηγή, είτε πρόκειται για αγιογραφία, είτε για βιβλιογραφική αναφορά, είτε για μουσειακή συλλογή. Δεν μπορείς απλώς να δεις μια απεικόνιση και να την ξεπατικώσεις. Έτσι κι αλλιώς, δεν επιτρέπεται να κάνεις πιστές αντιγραφές. Οφείλεις να συγκεντρώσεις μια πλειάδα διαφορετικών στοιχείων, ώστε να αντιληφθείς το ένδυμα στην ολότητά του και, κυρίως, να κατανοήσεις τη σημασία του. Τα βυζαντινά ενδύματα ήταν ραμμένα με τέτοιο τρόπο και από τέτοια υλικά ώστε να δηλώνουν αμέσως την ιεραρχία και την κοινωνική θέση εκείνου που τα φορούσε. Ενσωμάτωναν συμβολισμούς με τεράστια σημασία», σημειώνουν οι δύο μοναχές.

«Σταδιακά, μέσα από το ένδυμα μπήκαμε στον κόσμο των Βυζαντινών. Ήταν μια πύλη εισόδου σε εκείνη την εποχή· καταλάβαμε πράγματα που προηγουμένως δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε. Κάθε μικρή λεπτομέρεια είχε τεράστια σημασία. Το πορφυρό χρώμα, για παράδειγμα, αποτελεί από μόνο του ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Το ίδιο και το βελούδο, που ήρθε από τη Βενετία».

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-6
Η Ευαγγελία Πάντου, έφορος Αρχαιοτήτων Λακωνίας.

Και πώς καλύφθηκε το κόστος των πρώτων υλών, που ήταν αρκετά υψηλό; «Ήδη από την αρχή γνώριζα ότι θα χρειαζόμασταν χρήματα. Εξασφάλισα την άδεια της ηγουμένης και πούλησα προσωπική περιουσία». Κάθε τόσο, η Αγνή ανέβαινε στην Αθήνα για να αγοράσει τα απαραίτητα υλικά. «Έγινα κι εγώ ειδική, από τις χάντρες μέχρι τα υφάσματα. Το πρώτο μας ολοκληρωμένο ένδυμα κατασκευάστηκε το 2020. Μέχρι σήμερα έχουμε σημειώσει πολύ μεγάλη πρόοδο. Πρώτα εξετάζουμε την τοιχογραφία και μελετάμε τη σχετική βιβλιογραφία. Έπειτα αναζητούμε και άλλες πηγές για το ίδιο ένδυμα, σε κάποιον άλλο ναό ή σε μουσείο. Στη συνέχεια κάνουμε το σχέδιο και ύστερα αρχίζουμε να ράβουμε. Κάθε φορεσιά απαιτεί μήνες δουλειάς, ενώ οι αυτοκρατορικές χρειάστηκαν έναν ολόκληρο χρόνο για να κεντηθούν. Φανταστείτε ότι καθεμία ζυγίζει περίπου δέκα κιλά». Αξίζει να σημειωθεί ότι, καθώς η Μονή της Παντάνασσας βρίσκεται περίπου στη μέση του λόφου του Μυστρά, όλες οι προμήθειες φτάνουν εκεί με το γαϊδουράκι, τον περίφημο Κίτσο τον Μανιάτη.

Τα πρώτα επίσημα πρόσωπα που είδαν το έργο των μοναχών ήταν ο Λάκων υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Θανάσης Δαβάκης, ο οποίος τις επισκέπτεται συχνά, και η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Κατά τη διάρκεια της θητείας της είχε ξεναγηθεί επισήμως στον Μυστρά και είχε παροτρύνει τις μοναχές να δημοσιοποιήσουν τη δουλειά τους. Αποφασιστικότερο ρόλο, ωστόσο, έπαιξε η επαφή που έκαναν οι ίδιες με την τότε διευθύντρια Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού, Ολυμπία Βικάτου, και με τη Λίνα Μενδώνη. Η υπουργός, άλλωστε, επέβλεπε προσωπικά το έργο στον Μυστρά, πραγματοποιώντας τακτικές επισκέψεις, και αντιλήφθηκε αμέσως ότι οι ενδυμασίες μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας περιοδικής έκθεσης για τα εγκαίνια.

«Κοπίασε πραγματικά για να δει ολοκληρωμένα τα έργα στην Καστροπολιτεία, ξεπέρασε εμπόδια και προβλήματα και ηγήθηκε της προσπάθειας. Πίστεψε σε εμάς από την πρώτη στιγμή και φρόντισε το αποτέλεσμα των κόπων μας να φτάσει έως την Εθνική Λυρική Σκηνή», λένε οι μοναχές, οι οποίες δώρισαν τις φορεσιές στο κράτος.

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-7
Η αδελφή Ελισάβετ με την αδελφή Αγνή, που δεν ήξεραν να ράβουν ούτε κουμπί, αλλά έκαναν θαύματα με τα χέρια τους για να τιμήσουν το παρελθόν του Μυστρά.

«Αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής και ιστορικής αξίας»

Γνωρίζοντας ότι τα ενδύματα χρειάζονταν και το «χέρι» ειδικών, η Λίνα Μενδώνη επικοινώνησε με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Γιώργο Κουμεντάκη, ο οποίος συγκρότησε ομάδα εργασίας με επικεφαλής την έμπειρη Τότα Πρίτσα. Η υπεύθυνη του Ενδυματολογικού Τμήματος και των κοστουμιών της ΕΛΣ (τη δουλειά της οποίας θαυμάσαμε τον Ιούνιο στην Επίδαυρο, στη Μήδεια του Κερουμπίνι, έργο που είχε πρωτοπαρουσιαστεί από την ΕΛΣ το 1961 με τη Μαρία Κάλλας) ανέλαβε να επεξεργαστεί τις δημιουργίες των μοναχών.

«Ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα από την προσήλωσή τους στη δημιουργία των ενδυμάτων», σχολιάζει. «Η έκθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η συνεργασία διαφορετικών φορέων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής και ιστορικής αξίας», τονίζει, αναφερόμενη στη συνεργασία του υπουργείου Πολιτισμού με την Εθνική Λυρική Σκηνή.

«Τα κοστούμια δημιουργήθηκαν από τις μοναχές. Η δική μας συμβολή επικεντρώθηκε στην ενδυματολογική ολοκλήρωση των εκθεμάτων. Με την προσθήκη κατάλληλων εσωτερικών υλικών, βάσεων στήριξης και τεχνικών διαμόρφωσης, αποδόθηκαν οι σωστοί όγκοι, οι γραμμές και η φυσική πτώση των ενδυμάτων, ώστε οι ιστορικές μορφές να παρουσιαστούν με πληρότητα και αισθητική αρτιότητα. Οι επεμβάσεις αυτές δεν αλλοίωσαν την αρχική δημιουργία, αλλά ανέδειξαν το έργο των μοναχών και το ολοκλήρωσαν μουσειολογικά και ενδυματολογικά. Η συνεργασία αυτή αποδεικνύει ότι, όταν η πολιτεία, οι πολιτιστικοί φορείς και η μοναστηριακή κοινότητα εργάζονται με κοινό στόχο, το αποτέλεσμα μπορεί να αποτελέσει πρότυπο ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», επισημαίνει στο «Κ».

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά-8
Η Καστροπολιτεία εκτείνεται σε 200 στρέμματα από την κορυφή, όπου βρίσκεται το κάστρο που έχτισε ο Βιλλεαρδουίνος, έως τα ριζά του λόφου του Μυζηθρά – Μυστρά.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ, από την πλευρά του, παρατηρεί ότι η προσέγγιση των μοναχών μπορεί να ιδωθεί ως μια μετάβαση από το «βίωμα» στην «αναπαράσταση», σε ένα ποιητικό δίπολο ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και την καλλιτεχνική ερμηνεία.

Ποιο ήταν, τελικά, το κίνητρο της Αγνής και της Ελισάβετ ώστε να αφιερώσουν στα ενδύματα τόσο κόπο, χρόνο, χρήματα, προσευχή και ενέργεια; «Εμείς όλοι είμαστε άνθρωποι του κάτω κόσμου. Θα φύγουμε και θα ξεχαστούμε. Εκείνοι, όμως, που πάτησαν, έζησαν, πολέμησαν και πέθαναν στο ιερό χώμα του Μυστρά άξιζαν έναν φόρο τιμής. Το ίδιο και όλοι όσοι εργάστηκαν επί δεκαετίες προκειμένου αυτός ο χώρος να αναδειχθεί και να τον χαίρονται οι επισκέπτες. Γι’ αυτούς δημιουργήσαμε τα ενδύματα, αλλά και για όλους εκείνους που θα έρθουν να τα δουν από κοντά και θα πλάσουν με τη φαντασία τους το μεγαλείο της Καστροπολιτείας».

Μαργαρίτα Πουρνάρα / Καθημερινή 

Φωτογραφίες: Nίκος Κοκκαλιάς