Ο ζωγράφος Νίκος Νικολάου και η τοιχογραφία του ΞΕΝΙΑ Σπάρτης

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Το Ξενία της Σπάρτης αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό καλλιτέχνημα της μεταπολεμικής περιόδου και κτίσθηκε το 1958-1959 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Χ. Μπουγάτσου (Εργολάβος : Ζησιάδης Κωνσταντίνος) υπό την καθοδήγηση του τότε επικεφαλής του ΕΟΤ , κορυφαίου αρχιτέκτονα , Άρη Κωνσταντινίδη .

Ύστερα από την πιστοποιημένη ανικανότητα του κράτους και του δήμου να διατηρήσουν ενεργό αυτήν την προνομιακή τουριστική δομή της Σπάρτης , το ΞΕΝΙΑ κατάντησε ένα αρχιτεκτονικό κουφάρι το οποίο σκυλεύτηκε από ντόπιους «κουρσάρους» .

Κάποια στιγμή χαρακτηρίστηκε (ευτυχώς) ως διατηρητέο μνημείο  και σήμερα , ύστερα από πολλές περιπέτειες και παλινωδίες χρόνων και χρόνων , έχει υπογραφεί σύμβαση του δήμου με ανάδοχο εταιρεία , προκειμένου να αποκατασταθεί και να αξιοποιηθεί  ως «Κέντρο Πολιτιστικών , Τουριστικών & Διοικητικών Δραστηριοτήτων».

Μέσα στα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία του ΞΕΝΙΑ Σπάρτης βρίσκεται και μια τοιχογραφία που φιλοτέχνησε το 1960 ο Νίκος Νικολάου (Ύδρα , 1909 – Αθήνα , 27 Ιουλίου 1986) , διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος , χαράκτης και γλύπτης της λεγόμενης «γενιάς του ’30».

Η τοιχογραφία αυτή βρίσκεται στον χώρο υποδοχής του ΞΕΝΙΑ , ακριβώς απέναντι από την κεντρική είσοδο και πάνω από το κλιμακοστάσιο που οδηγεί στο κάτω επίπεδο . Πρόκειται για ένα «αφαιρετικό» , λιτό κι εκφραστικό σχέδιο μιας πόλης (;;;) , με γραμμές προοπτικής , των οποίων το «σημείο φυγής» βρίσκεται μέσα στην τοιχογραφία , κι ένα σύνολο από γεωμετρικά  σχέδια διαφόρων χρωμάτων , «γεμισμένα» με διακριτές αυτόνομες πινελιές , στα πλαίσια της υπαινικτικής – αλληγορικής ζωγραφικής του Νικολάου , ο οποίος απέφευγε το εύκολο δρομολόγιο της εικονογράφησης . Δυστυχώς , λόγω της χρόνιας εγκατάλειψης του ΞΕΝΙΑ , της αδιαφορίας των αρμοδίων και της παθητικότητας της τοπικής κοινωνίας , η τοιχογραφία αυτή βανδαλίστηκε , μαζί με το σύνολο του κτηρίου .

Η κ. Γεωργία  Κακούρου – Χρόνη  , ένα από τα αξιολογότερα πνευματικά και πολιτιστικά κεφάλαια της Σπάρτης , εδώ και 30 περίπου χρόνια , επισημαίνει την ανάγκη διάσωσης , όχι μόνο του ΞΕΝΙΑ αλλά και του έργου του Νίκου Νικολάου , του οποίου έργου την προέλευση και την καλλιτεχνική αξία ελάχιστοι  (ίσως και κανείς) γνώριζαν .

Ευτυχώς , έστω και πολύ αργά , οι προσπάθειες και η επιμονή της κ. Γεωργίας  Κακούρου – Χρόνη  καρποφόρησαν , αφού η συντηρήτρια αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού κ. Μάρθα Αθανασιάδου επέδειξε ευαισθησία κι ενδιαφέρον και ήδη ανέλαβε (μετά από έγκριση του δημοτικού συμβουλίου) τις σχετικές εργασίες μελέτης των δυνατοτήτων αποκατάστασης του έργου .

Αν όλα πάνε καλά (και πιστεύουμε ότι θα πάνε) , τότε στο αποκατεστημένο ΞΕΝΙΑ Σπάρτης , το έργο του Ν. Νικολάου (αποκατεστημένο κι αυτό) θα καλωσορίζει τους επισκέπτες , αναβιώνοντας την παλιά αίγλη και τις μνήμες του χώρου , συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον , σαν ένα πολύτιμο αντικείμενο αισθητικής εμπειρίας .

Ο Νίκος Νικολάου (1909-1986) γεννήθηκε στην Ύδρα αλλά η καταγωγή του ήταν από τα Χρύσαφα της Λακωνίας . Μετά τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια εγγράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνὠν και φοιτά – παράλληλα – στα εργαστήρια του Ουμβέρτου Αργυρού και του Κωνσταντίνου Παρθένη , όπου γνωρίζει τους πιστούς φίλους του Γιάννη Τσαρούχη και Γιάννη Μόραλη . Αποφοιτά από την ΑΣΚΤ το 1935 και χάρη σε μια υποτροφία που μοιράζεται με τον Γιάννη Μόραλη , φεύγει μαζί του το 1937 αρχικά για τη Ρώμη και κατόπιν για το Παρίσι . Τον επόμενο , όμως , χρόνο ο Νικολάου θα επιστρέψει στην Ελλάδα . Το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν θα του επιτρέψει να ξαναφύγει στο εξωτερικό .

Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια , όμως , το έργο του Νικολάου αναδεικνύεται και κερδίζει ολοένα περισσότερο έδαφος στο καλλιτεχνικό στερέωμα της εποχής . Μέσα στις επόμενες δεκαετίες ο Νικολάου κάνει δέκα ατομικές εκθέσεις και συμμετέχει σε δεκάδες ομαδικές. Μεταξύ άλλων φιλοτεχνεί τοιχογραφίες για την Πάντειο Σχολή , για τη «Λέσχη Δομήνικος Θεοτοκόπουλος» στο Ηράκλειο Κρήτης , για το Θέατρο Μουσούρη και για τα Ξενία του ΕΟΤ στις Μυκήνες και τη Σπάρτη . Αναλαμβάνει επίσης την αγιογράφηση του νέου κλίτους του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής στην οδό Ακαδημίας . Το 1958 ιδρύει τον Όμιλο Φιλοτέχνων και Καλλιτεχνών , στο πλαίσιο του οποίου λειτουργεί η αίθουσα τέχνης «Αρμός» , στην οδό Ηρακλείτου 21 . Πολυσχιδής είναι η δραστηριότητά του και σε άλλους τομείς : κάνει σκηνογραφίες για το Εθνικό Θέατρο , το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν , το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου , το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος , επιμελείται επιτοίχια ημερολόγια και καπνικές διαφημιστικές εκστρατείες για την Καπνοβιομηχανία Κεράνης , καταπιάνεται με τις εφαρμοσμένες τέχνες (κεραμικά , ταπισερί , εξώφυλλα δίσκων) , εικονογραφεί βιβλία και, τέλος , εκλέγεται καθηγητής στην ΑΣΚΤ , όπου διδάσκει από το 1964 μέχρι το 1974.

 «Με ορόσημο το θαμπωτικό 1948 , ξεχωρίζουμε δύο περιόδους στο σχέδιο του Νικολάου . Στην πρώτη, προσπαθεί να αποτυπώσει το οπτικό γεγονός (όπως αυτό φαίνεται με την τυχαία φωτοσκίαση) , να ερμηνεύσει την εικόνα μπροστά στα μάτια του με τη γενίκευση της φόρμας σε μεγαλύτερα και απλούστερα σχήματα , να διαχειριστεί την αντίθεση φως-σκιά, και να αποδώσει το πλάσιμο των επιφανειών και του όγκου» . Στην πρώτη αυτή περίοδο εμπνέεται από τη φύση , ενώ στη δεύτερη (1948-1986) το ενδιαφέρον του στρέφεται στην ανθρώπινη μορφή , ιδίως τη γυναικεία. Τώρα «η ερμηνεία» γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της γραμμής . Με τρόπο λιτό και ουσιαστικό , η γραμμή , χάρη στις αντιθέσεις της (καμπύλη – ευθεία) και στις αυξομειώσεις της έντασης και του πάχους της , συνθέτει ένα σαφές και δυνατό σχέδιο».  Νίκος Παΐσιος

«Υποστήριξε την ιδέα πως η φύση δεν έχει τέλειες αναλογίες μιας και η τελειότητα είναι δημιούργημα του ανθρώπου . Η φύση έχει μια δική της τάξη και πειθαρχία την οποία θα πρέπει αν σεβόμαστε και να ακολουθούμε και στην τέχνη. Κοινή καλλιτεχνική γραμμή με τον πιστό του φίλο Γιάννη Μόραλη ήταν η πειθαρχία και η λακωνικότητα στην τέχνη και συγκεκριμένα στην τεχνική του σχεδίου . Την ίδια πειθαρχία στην γραμμή των αναλογιών και των όγκων που απέδωσαν οι Έλληνες τεχνίτες στη Γεωμετρική Εποχή και συγκεκριμένα στα αγάλματα του Κούρου και της Κόρης , την ίδια ακριβώς πειθαρχία επιθύμησε να δείξει κι ό ίδιος στη ζωγραφική του αποβάλλοντας κάθε περιττό σχέδιο.»   Άννα-Μαρία Αρβανιτίδου

Ο Νίκος Νικολάου πέθανε το 1986 στην Αθήνα . Ο τάφος του βρίσκεται στην Αίγινα, όπου πέρασε μεγάλο μέρος από τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του.

Το 2008 , με φροντίδα του Ιδρύματος Νίκου και Αγγέλας Νικολάου ξεκίνησε η καταγραφή του αρχείου σχεδίων του καλλιτέχνη , την οποία συνέχισε και ολοκλήρωσε το 2012 το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης . Παράλληλα το Ίδρυμα Νικολάου δώρισε στο ΜΙΕΤ το αρχείο του ζωγράφου , το οποίο ταξινομήθηκε και καταγράφηκε .

«Η εποχή μας είναι εποχή αισθητικής . Όλοι κάνουμε αισθητική , σε όλα όσα κάνουμε . Αισθητική , εννοώντας πως ό,τι κάνουμε , ζητάμε να μοιάσει σε κάτι που μας αρέσει πάρα πολύ και δουλεύουμε προσπαθώντας αυτό που κάνουμε να μας δίνει την αίσθηση που μας δίνει αυτό που μας αρέσει 

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ