Τα σκισμένα παντελόνια

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Πού να το ’ξεραν τα φτωχόπαιδα , τα ξυπόλητα και πεινασμένα παιδιά του παλιού καιρού , πως τα τρύπια και χιλιομπαλωμένα παντελόνια τους θα γίνονταν μόδα στη σημερινή εποχή της αφθονίας και της ισοπέδωσης.

Εκείνα τα «παιδιά όλο μάτια» , που η ζωή τούς είχε κλέψει τα λουλούδια της χαράς από τον κήπο τους και τον ήλιο της ελπίδας από τον ουρανό τους , εκείνα τα φτωχά παιδιά που δεν χόρτασαν το ψωμί , που δεν έμαθαν τα γράμματα , που «μπήκαν στα κάτεργα» από τα μικράτα τους , εκείνα τα παιδιά που δεν έγιναν ποτέ παιδιά , που το κεραμίδι πάνω απ’ τα κεφάλια τους έβαζε συνέχεια νερό και τα παράθυρά τους άφηναν το αγριοβόρι να «θερίζει» … πού να το ’ξεραν πως η φτώχεια και η δυστυχία τους θα γινότανε μόδα από τους καλοζωισμένους του «σήμερα» . Γιατί εκείνα τα φτωχόπαιδα του «κάποτε» , πράγματι , «δεν είχαν ούτε παντελόνι να φορέσουν» , όπως αποφάνθηκε η σοφία του λαού . ΕΝΑ και μοναδικό παντελόνι είχαν , γιορτή καθημερνή , που ’χε γίνει ένα με το κορμί τους , που η μάνα τους η πικραμένη , όταν τρύπαγε στον «κώλο» και στα γόνατα , έψαχνε να βρει μπαλώματα από ρούχα παλιά , που σαν ακριβό θησαυρό φύλαγε στο μπαούλο , για να μπαλώσει το παλιό , το τρύπιο παντελόνι και να πολυκαιρίσει . Κι έπιανε η δύστυχη η μάνα (ποιος μπορεί να νιώσει τον πόνο μιας μάνας που δεν έχει να πάρει ένα παντελόνι στο παιδί της) και με το ψαλίδι στρογγύλευε τις τρύπες όσο καλύτερα μπόραγε , έβρισκε μετά ένα μπάλωμα που να ταιριάζει , όσο γινότανε , στο χρώμα και στο ύφασμα του παντελονιού (πού να βρει χρώμα και ύφασμα ίδιο ;), το’κοβε όμορφα με το ψαλίδι κι ύστερα με την κλωστή της κουβαρίστρας , τη βελόνα και τη δαχτυλήθρα έραβε το μπάλωμα πάνω στην τρύπα .

Γιατί , πού να «περ’σσέψουν» λεφτά για καινούριο παντελόνι του παιδιού , τότε που η Λάμια η φτώχεια είχε βγει από τις σπηλιάδες της και κυνηγούσε τους ανθρωπάκους που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα , για να τους κατασπαράξει ; Και μήνα με το μήνα , χρόνο με το χρόνο , τα μπαλώματα γίνονταν όλο και πιο πολλά και πιο μεγάλα και τα παιδιά ψήλωναν αλλά τα παντελόνια όχι , ώσπου έφτανε στιγμή που το παντελόνι «έφτανε στα γόνατα» και το παιδί ακόμα το φορούσε .

Αυτά τα τρύπια , τα παλιά , τα χιλιομπαλωμένα παντελόνια που δεν τα φόρεσαν μόνο τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι (και οι γέροι ακόμα) έγιναν μια τραγική ταυτότητα της παλιάς εποχής , μιας εποχής που η κοινωνία η άδικη , ο πλούτος , ο πόλεμος και οι άπονες εξουσίες , έβαλαν τον άνθρωπο τον παρακατιανό πάνω στο αμόνι του γύφτου και του τσάκισαν , ένα-ένα , τα κόκαλα , με τα σφυριά της φτώχειας , της εκμετάλλευσης , της πείνας , της αγραμματοσύνης , της στέρησης , της απελπισίας και του θανάτου .

Κι όμως : Τούτη η εποχή μας η σημερινή , που ’χει πετάξει στα πηγάδια του ολέθρου Αρχές , Αξίες και Ιδανικά , που σαν καράβι ακυβέρνητο πορεύεται στης μαύρες θάλασσες της απώλειας , ΠΗΡΕ τη δυστυχία των «παλαιών των ημερών» , πήρε τα τρύπια , τα σκισμένα παντελόνια της ΤΙΜΙΑΣ και ΠΕΡΗΦΑΝΗΣ Φτώχειας και τα ’κανε τρόπο ζωής κσι μόδα και μάλιστα μόδα ακριβή !!! Κι έρχονται , λοιπόν , καλομαθημένα και αβροδίαιτα παιδιά και νέοι και «νεάζοντες» κι ακολουθώντας τις επιταγές «της μοδός» και των «εμπνευσμένων» μόδιστρων αγοράζουν από επώνυμες και μη βιτρίνες επιμελώς σκισμένα και παλιωμένα παντελόνια , που με καμάρι περισσό τα φορούν στα σεργιάνια τους χωρίς να νιώθουν αυτήν την ασυμμετρία ζωής – πραγματικότητας , χωρίς να συναισθάνονται πως έτσι προκαλούν και «βγάζουν τη γλώσσα» στις γενιές εκείνες που φόρεσαν τα τρύπια , τα σκισμένα , τα χιλιομπαλωμένα παντελόνια από ανάγκη και περισσή ανέχεια , πως κοροϊδεύουν έτσι τις γενιές που έζησαν με ένα και μοναδικό όνειρο , να γυρίσει – κάποια στιγμή – η ρόδα της ζωής , να βγει το άρμα του ήλιου από τη λάσπη και να μπορέσουν κι αυτοί να έχουν ένα καινούριο, αμπάλωτο παντελόνι !!!

ΥΓ : (Μπαλωμένα παντελόνια φόρεσα κι εγώ μέχρι ΚΑΙ το Γυμνάσιο και τα ευγνωμονώ, γιατί ακόμα μου θυμίζουν το καθήκον και τη θέση μου μέσα στην κοινωνία , κάθε φορά που πάω να ξεχαστώ .)

20-5-2021

Βαγγέλης Μητράκος