Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» που εξήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ είναι κατ’ αρχήν μια ενδιαφέρουσα και δελεαστική πρόταση. Οι γονείς θα μπορούν να αποταμιεύουν έως 1.200 ευρώ τον χρόνο για το παιδί τους και το κράτος θα προσθέτει ισόποσο ποσό, με το κεφάλαιο να παραμένει δεσμευμένο μέχρι την ενηλικίωση.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έχουν παρουσιαστεί, αν μια οικογένεια καταφέρει σε βάθος 18 ετών να αποταμιεύσει περίπου 25.000 ευρώ, με την ισόποση κρατική συμμετοχή το παιδί θα έχει περίπου 50.000 ευρώ στα 18 έτη του. Αν υπάρξουν μάλιστα θετικές αποδόσεις από τις επενδύσεις στις αγορές, το τελικό ποσό μπορεί να είναι σημαντικά υψηλότερο εως και 77.000 ευρώ. Αλλά τι αξία θα έχουν αυτά τοα λεφτά το 2044?
Ένα όμως μεγάλο μέρος της αντιπολιτευτικής κριτικής αναλώνεται στο επιχείρημα ότι «η ελληνική οικογένεια δεν μπορεί να αποταμιεύσει 1.200 ευρώ τον χρόνο». Ας το δούμε λίγο διαφορετικά.
Μιλάμε για 100 ευρώ τον μήνα, δηλαδή περίπου 3,30 ευρώ την ημέρα, για ένα παιδί. Προφανώς υπάρχουν οικογένειες που πραγματικά δεν μπορούν να διαθέσουν αυτό το ποσό και γι’ αυτές πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα. Αλλά είναι επίσης υπερβολικό να παρουσιάζεται ως αυτονόητο ότι καμία ελληνική οικογένεια δεν μπορεί να αποταμιεύσει ένα τέτοιο ποσό.
Για παράδειγμα ένας καφές freddo απ’ έξω κοστίζει περίπου 2,50 ευρώ. Ένα μπουκάλι νερό μπορεί να κοστίζει 0,50 ευρώ. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να στερηθούμε τον καφέ ή το νερό, ούτε ότι όλοι έχουν την ίδια οικονομική δυνατότητα. Ούτε αν κόψουμε τον καφέ, τότε θα πλουτίσουμε! Σημαίνει όμως ότι στην καθημερινή κατανάλωση υπάρχουν μικρά ποσά που, όταν επαναλαμβάνονται κάθε μέρα, στο τέλος του χρόνου γίνονται σημαντικά. Ένας καφές των 2,50 ευρώ κάθε μέρα, αντιστοιχεί περίπου σε 900 ευρώ τον χρόνο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν η ελληνική οικογένεια «δεν μπορεί» να αποταμιεύσει. Είναι αν μπορούμε ως κοινωνία να αποκτήσουμε μια διαφορετική κουλτούρα. Δηλαδή να αποταμιεύουμε σήμερα ένα μικρό ποσό για να δώσουμε στο παιδί μας ένα σημαντικό κεφάλαιο αύριο.
Κάπου εδώ όμως υπάρχει και ένα ενδιαφέρον πολιτικό παράδοξο. Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Η Φώφη Γεννηματά, ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, είχε παρουσιάσει το 2018 την πρόταση για τη δημιουργία «Εθνικού Αποταμιευτικού Λογαριασμού για το Παιδί». Η σχετική πρόταση νόμου προέβλεπε συμμετοχή της οικογένειας και της Πολιτείας εξ ημισείας, δηλαδή μια λογική 50:50, ώστε το παιδί να αποκτήσει ένα κεφάλαιο για τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής του. Μια ιδέα που είχε προταθεί από το ΠΑΣΟΚ πριν από χρόνια, υιοθετείται με διαφορετική βέβαια μορφή, από τη Νέα Δημοκρατία.
Και εδώ πραγματικά ο ψηφοφόρος μπορεί να αισθανθεί ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο δίλημμα: ποιο ΠΑΣΟΚ να ψηφίσει τελικά; Το ΠΑΣΟΚ που υιοθετεί η Νέα Δημοκρατία και είναι πρώτο στις δημοσκοπήσεις ή το πρωτότυπο ΠΑΣΟΚ που έρχεται δεύτερο ή τρίτο;
Ίσως όμως αυτό το δίλημμα να μην είναι η ουσία της συζήτησης. Γιατί δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος «σκέφτηκε πρώτος» τον κουμπαρά. Σημασία έχει ποιος μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα, να τον εφαρμόσει με κοινωνική δικαιοσύνη και κυρίως να εγγυηθεί ότι το παιδί θα βρει πραγματικά τα χρήματα όταν γίνει 18 ετών.
Κατά τη γνώμη μου, η αντιπολιτευτική κριτική θα πρέπει να επικεντρωθεί περισσότερο: όχι στο αν η ελληνική οικογένεια μπορεί να βρει 80 ή 100 ευρώ τον μήνα, αλλά στο τι ακριβώς εγγυάται το κράτος για τα επόμενα 18 χρόνια.
Πόσο ισχυρή είναι η κρατική δέσμευση; Τι εγγυήσεις έχει μια οικογένεια ότι η κρατική συμμετοχή που υποσχέθηκε σήμερα θα τηρηθεί και σε 10 ή 15 χρόνια, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση θα βρίσκεται τότε στην εξουσία;
Ποιος θα διαχειρίζεται τα χρήματα; Θα είναι οι τράπεζες ή άλλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί; Ποιες προμήθειες θα χρεώνουν και ποιος θα τις πληρώνει;
Τι γίνεται αν μια τράπεζα ή ένας χρηματοπιστωτικός οργανισμός αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα ή ακόμη και χρεοκοπήσει; Τα χρήματα του παιδιού θα είναι πλήρως προστατευμένα και διαχωρισμένα από την περιουσία της τράπεζας;
Αφού τα χρήματα θα επενδύονται, ποιος αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο; Αν λίγο πριν από τα 18 χρόνια του παιδιού οι αγορές έχουν μεγάλη πτώση, ποιος εγγυάται ότι τα χρήματα που υποσχόμαστε σήμερα θα είναι πράγματι διαθέσιμα αύριο;
Και υπάρχει βέβαια ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που λέγεται κοινωνική δικαιοσύνη. Μια οικογένεια με πολύ χαμηλό εισόδημα μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει στον ίδιο βαθμό. Εκεί χρειάζονται δικλίδες, όπως μια ελάχιστη αυτόματη κρατική εισφορά για κάθε παιδί ή μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση για τις οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες. Αλλιώς η κρατική ενίσχυση θα είναι μεγαλύτερη για εκείνον που έχει ήδη μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης και αυτό εξ’ ορισμού υποδεικνύει την ανισότητα. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε τους νέους, να τους βοηθήσουμε έμπρακτα!
Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» αξίζει λοιπόν να συζητηθεί σοβαρά. Γιατί αν μια οικογένεια βάλει περίπου 25.000 ευρώ σε 18 χρόνια και το κράτος προσθέσει άλλα 25.000 ευρώ, τότε μιλάμε για ένα κεφάλαιο περίπου 50.000 ευρώ για έναν νέο άνθρωπο που ξεκινά τη ζωή του. Και αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Η ουσία όμως δεν είναι μόνο να βάλουμε χρήματα στον κουμπαρά. Η ουσία είναι να ξέρουμε ότι το κράτος θα τηρήσει την υπόσχεσή του, ότι οι τράπεζες και οι διαχειριστές θα λειτουργούν με απόλυτη διαφάνεια, ότι τα χρήματα θα προστατεύονται και ότι το παιδί θα βρει πράγματι τον κουμπαρά του όταν γίνει 18 ετών….αλλιώς θα πάρουμε την πίκρα ενός freddo espresso σκέτο.
Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η συζήτηση που αξίζει να κάνουμε.
Γεώργιος Μουζόπουλος

*Οι απόψεις που δημοσιεύονται εκφράζουν το συντάκτη κάθε άρθρου και δεν αποτελούν συμπεράσματα ρεπορτάζ ή τοποθέτηση της ιστοσελίδας.