Καθώς τα αποτελέσματα συνεχίζουν να ανακοινώνονται σταδιακά, όλα δείχνουν προς το παρόν ότι ο επί σειρά ετών πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, τα πήγε καλύτερα απ’ όσο προέβλεπαν οι περισσότερες εκτιμήσεις, με το κόμμα του, το Λικούντ, να αναδεικνύεται πρώτο σε ψήφους και έδρες.
Ωστόσο, το μπλοκ του, που αποτελείται από ακροδεξιά εθνικιστικά και υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα, φαίνεται να υπολείπεται οριακά της απόλυτης πλειοψηφίας των 61 εδρών στην 120μελή Κνεσέτ. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι τα δεδομένα ενδέχεται να αλλάξουν, καθώς η αρχική καταμέτρηση ευνοούσε περιοχές που είναι γνωστές για την ισχυρή υποστήριξή τους στη δεξιά.
Οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν ευρέως ένα εκλογικό αδιέξοδο, καθώς οι Ισραηλινοί προσέρχονταν μαζικά στις κάλπες, με τη συμμετοχή να ξεπερνά το 77%.
Στο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό του Ισραήλ, οι μέχρι στιγμής ενδείξεις δείχνουν ότι ο βασικός αντίπαλος του Νετανιάχου, ο πρώην αρχηγός του στρατού Γκάντι Άιζενκοτ, θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς τη στήριξη των κομμάτων που εκπροσωπούν την αραβική μειονότητα της χώρας. Σύμφωνα με τα μερικά αποτελέσματα, τα κόμματα αυτά φαίνεται να διατηρούν ή και να ξεπερνούν το προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ τους σε αριθμό εδρών.
Προβάδισμα Νετανιάχου στην επίσημη καταμέτρηση – Στις 54 έδρες το μπλοκ του
Η συμμαχία του Μπενιαμίν Νετανιάχου προηγείται έναντι της αντιπολίτευσης, με καταμετρημένο το 72,4% έως τις 10,03 το πρωί της Τετάρτης, την επομένη των βουλευτικών εκλογών στις οποίες διακυβεύεται η πολιτική επιβίωση του απερχόμενου πρωθυπουργού.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, το μπλοκ Νετανιάχου συγκεντρώνει 54 έδρες, έναντι 48 του αντι-Νετανιάχου μπλοκ. Σε σύγκριση με την προηγούμενη καταμέτρηση, το μπλοκ του Ισραηλινού πρωθυπουργού έπεσε στις 54 έδρες από τις 56, ενώ η αντιπολίτευση παρέμεινε στις 48 έδρες.
Την ίδια ώρα, τα δύο αραβικά κόμματα, η Κοινή Λίστα και το Ραάμ, συγκεντρώνουν συνολικά 18 έδρες, από τις 16 που νωρίτερα.
Καθοριστικός ο ρόλος των αραβικών κομμάτων
Κατά την προεκλογική εκστρατεία, τα περισσότερα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης δεσμεύτηκαν ότι δεν θα συνεργαστούν με ψηφοδέλτια στα οποία κυριαρχούν Άραβες, επικαλούμενα την έλλειψη κοινών αξιών.
Ωστόσο, τα αραβικά κόμματα του Ισραήλ θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό κυβέρνησης, εφόσον άλλα κόμματα ήταν διατεθειμένα να συνεργαστούν μαζί τους. Στις εκλογές αυτές, οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ – οι οποίοι συχνά αυτοπροσδιορίζονται ως Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ και αποτελούν περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού – φαίνεται ότι προσήλθαν στις κάλπες σε πρωτοφανή αριθμό.
Πολλοί θεωρούσαν ότι οι εκλογές αυτές θα έκριναν αν θα μπορούσε να ανατραπεί η πιο δεξιά κυβέρνηση στην ιστορία του Ισραήλ, κατηγορώντας την ότι υποδαυλίζει τον ρατσισμό και το μίσος.
Μια σημαντική επιφύλαξη σε όλες τις μέχρι στιγμής αναλύσεις είναι ο μεγάλος αριθμός επιστολικών ψήφων που δεν έχουν ακόμη καταμετρηθεί και οι οποίες προέρχονται κυρίως από Ισραηλινούς στρατιώτες. Αυτό σημαίνει ότι η τελική εικόνα του εκλογικού αποτελέσματος αναμένεται να ξεκαθαρίσει σε μία ή δύο ημέρες.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ απευθύνθηκαν στους υποστηρικτές τους, δεσμευόμενοι να σχηματίσουν την επόμενη κυβέρνηση.
«Το δεξιό μπλοκ διαθέτει σαφή και αποφασιστική πλειοψηφία στο σιωνιστικό κοινό, στον εβραϊκό πληθυσμό και σε όλους όσοι στηρίζουν το εβραϊκό κράτος. Αυτό είναι που έχει πλέον ξεκαθαρίσει. Μια αποφασιστική πλειοψηφία», δήλωσε ο Νετανιάχου ενώπιον των υποστηρικτών του, που πανηγύριζαν, χωρίς ωστόσο να φτάσει στο σημείο να ανακηρύξει τη νίκη του. «Πρέπει να σχηματίσουμε μια ισχυρή, εθνική, δεξιά κυβέρνηση. Αυτό πρέπει να γίνει», πρόσθεσε.
«Ο λαός επέλεξε την αλλαγή», δήλωσε από τη μεριά του ο Άιζενκοτ στο κόμμα του, το Γιασάρ, μετά τη δημοσιοποίηση των exit polls, τα περισσότερα από τα οποία έδιναν αρχικά προβάδισμα στην αντιπολίτευση. «Ο συνασπισμός της αποτυχίας έχασε την εμπιστοσύνη του λαού. Οι Ισραηλινοί ψήφισαν κατά της παραμονής του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην πρωθυπουργία». «Θα συνεργαστώ με τους εταίρους μου, ώστε η απόφαση του λαού να μετουσιωθεί σε μια σιωνιστική κυβέρνηση, σταθερή και ωφέλιμη για όλους τους πολίτες του Ισραήλ. Και αυτό πρέπει να γίνει γρήγορα, γιατί οι περιστάσεις το απαιτούν και επειδή η χώρα χρειάζεται να ξαναβρεί την ενότητά της», πρόσθεσε.
Η ισραηλινή κοινωνία είναι βαθιά διχασμένη, όπως έδειξαν τόσο αυτές όσο και οι προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Οι εκλογές αυτές δεν αποτέλεσαν απλώς δημοψήφισμα για την ηγεσία του Νετανιάχου – ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίκη για υποθέσεις διαφθοράς, με τον ίδιο να αρνείται τις κατηγορίες -, αλλά και μια ψηφοφορία για το τι είδους χώρα θα πρέπει να είναι το Ισραήλ.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός και οι σημερινοί κυβερνητικοί του εταίροι έχουν οδηγήσει τη χώρα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, σε μια πιο σκληρή κατεύθυνση, με έμφαση στη θρησκεία και τον εθνικισμό, σύμφωνα με το BBC. Πριν από τις πρωτοφανείς επιθέσεις της Χαμάς, στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι οποίες πυροδότησαν μια σειρά πολέμων στη Γάζα, τον Λίβανο και το Ιράν, είχαν πραγματοποιηθεί μαζικές διαδηλώσεις κατά του σχεδίου για ριζική αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος.
Πολλοί Ισραηλινοί επιθυμούν ένα Ισραήλ πιο προσηλωμένο στις φιλελεύθερες αξίες και λιγότερο επηρεασμένο από τη θρησκεία.
Εντυπωσιακό είναι ότι τα τέσσερα ταραγμένα χρόνια που μεσολάβησαν δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει ουσιαστικά τις εκλογικές προτιμήσεις των Ισραηλινών.
«Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι συσχετισμοί ανάμεσα στα δύο βασικά στρατόπεδα, των υποστηρικτών και των αντιπάλων του Νετανιάχου, παραμένουν περίπου ίδιοι», δήλωσε στο BBC λίγο πριν από τις εκλογές η καθηγήτρια Ταμάρ Χέρμαν, δημοσκόπος στο Ινστιτούτο Ισραηλινής Δημοκρατίας. «Πολλοί περίμεναν ότι μετά την 7η Οκτωβρίου ο Νετανιάχου θα είχε πολιτικά καταστραφεί. Όμως, αυτό δεν συνέβη».
Ήδη από τη νύχτα, τα βασικά πολιτικά κόμματα του Ισραήλ θα έχουν αρχίσει τις εντατικές διαπραγματεύσεις και τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, σε μια προσπάθεια να σχηματίσουν νέο κυβερνητικό συνασπισμό.
«Κάθε πλευρά θα προσπαθήσει να προσεταιριστεί βουλευτές από το αντίπαλο στρατόπεδο ή να διαπιστώσει αν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας, επιστρατεύοντας κάθε είδους πολιτικό τέχνασμα», δήλωσε στο BBC ο βετεράνος Ισραηλινός δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιάακοβ Κατς, περιγράφοντας τη διαδικασία. «Όμως, μπορεί να μην καταφέρουν τίποτα και ίσως χρειαστούν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες μέχρι να φανεί αν κάποιος μπορεί πράγματι να σχηματίσει κυβέρνηση».
Οι ηγέτες των μεγαλύτερων κομμάτων προσπαθούν συνήθως να εξασφαλίσουν τη στήριξη μικρότερων κομμάτων, προσφέροντάς τους υπουργικές θέσεις, κονδύλια ή δεσμεύσεις για συγκεκριμένες πολιτικές.
Καθοριστικής σημασίας είναι τώρα να φανεί αν τα κόμματα του βασικού αντιπολιτευτικού «μπλοκ της αλλαγής» είναι διατεθειμένα να σπάσουν ένα πολιτικό ταμπού και να επιδιώξουν συμφωνία με τα αραβικά κόμματα.
Κατά την προεκλογική εκστρατεία, ένας από τους ηγέτες του μπλοκ, ο δεξιός πολιτικός Άβιγκντορ Λίμπερμαν, έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι δεν θα συμμετείχε σε κυβέρνηση μειοψηφίας που θα εξαρτιόταν από τη στήριξη των αραβικών κομμάτων. Η δήλωσή του αποτύπωνε την αυξανόμενη δυσπιστία και εχθρότητα απέναντι στους Άραβες πολίτες του Ισραήλ μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
Ο Μανσούρ Αμπάς, επικεφαλής του Ραάμ, του μικρότερου από τα δύο αραβικά κόμματα, έχει δηλώσει στο BBC ότι, έχοντας συμμετάσχει στον ετερόκλητο κυβερνητικό συνασπισμό που εκτόπισε προσωρινά τον Νετανιάχου από την εξουσία την περίοδο 2021-2022, ήθελε να συμμετάσχει και στην επόμενη κυβέρνηση. Εκτιμά ότι μετά τις εκλογές οι δυνητικοί κυβερνητικοί εταίροι θα ήταν πιο ανοιχτοί στο ενδεχόμενο μιας συμμαχίας. «Πρόκειται για γνώριμους και συνηθισμένους πολιτικούς υπολογισμούς. Όλοι οι πολιτικοί στο Ισραήλ άλλα λένε πριν από τις εκλογές και διαφορετικά μιλούν μετά», είχε δηλώσει πριν τις εκλογές. «Το έχουμε ξαναζήσει και δεν μας ανησυχεί».
Την ίδια ώρα, ο Νετανιάχου και οι σύμμαχοί του έχουν ήδη ξεκινήσει μια έντονη εκστρατεία αμφισβήτησης της νομιμοποίησης των αραβικών κομμάτων, παρουσιάζοντας τους Άραβες συμπολίτες τους ως εσωτερική απειλή για τη χώρα.
Ποια είναι τα επόμενα βήματα;
Την επόμενη εβδομάδα, όταν τα τελικά αποτελέσματα υποβληθούν στον Ισαάκ Χέρτζογκ, τον πρόεδρο του Ισραήλ, ο ρόλος του οποίου είναι σε μεγάλο βαθμό εθιμοτυπικός, θα διαβουλευτεί με τους επικεφαλής όλων των κομμάτων που εξελέγησαν και θα αναθέσει στον υποψήφιο που φαίνεται να έχει τις περισσότερες πιθανότητες να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Αν ο υποψήφιος δεν καταφέρει να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία μέσα σε διάστημα έως έξι εβδομάδων, τότε ενδέχεται να δοθεί η ευκαιρία και σε άλλους να προσπαθήσουν να σχηματίσουν κυβέρνηση.
Αν, παρά τις διαπραγματεύσεις, κανείς δεν καταφέρει να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό, θα διεξαχθούν νέες εκλογές τους επόμενους μήνες και η διαδικασία θα ξεκινήσει από την αρχή.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Νετανιάχου παραμένει στην εξουσία ως υπηρεσιακή, χωρίς όμως την αρμοδιότητα να προχωρά σε σημαντικές αλλαγές πολιτικής.
Πηγή: skai.gr