Ο πολιούχος της πόλης μας είναι ο Ιερός Ναός του Οσίου Νίκωνος Σπάρτης. Είναι η μεγαλύτερη ενορία της πόλης και βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο αυτής στο μουσείο ,στο πάρκο του ΟΤΕ.
Η ενορία αυτή έχει δύο εφημέριους τον πατέρα Αθανάσιο Σπηλιώτη και τον πατέρα Κωνσταντίνο Σκαλτσα. Και οι δύο τους είναι άξιοι διάδοχοι των παλαιότερων εφημέριων τους οποίους γνώρισα και αναφέρομαι στους αείμνηστους πατέρες Ιωάννη Μιχαλόπουλο , Κωνσταντίνο Γκιοτσαλίτη και Χρήστο Τσαγγαρούλη. Και ο πατέρας Αθανάσιος και ο πατέρας Κωνσταντίνος είναι πολύτεκνοι ιερείς και εύχομαι να συνεχίσουν την ωραία συνεργασία που έχουν μέχρι τώρα και στο μέλλον.
Αυτό το άρθρο όμως το γράφω επειδή προσφάτως πήγα να εξομολογηθώ σε έναν από τους δύο. Με την ευκαιρία να πούμε ότι και οι δύο είναι εξομολόγοι, και θέλω να μοιραστώ κάτι που βίωσα το οποίο βέβαια αν και το μοιράζομαι τώρα μαζί σας γίνεται χρόνια πολλά.
Ένας από τους ιερείς ήταν στο γραφείο που γίνεται το μυστήριο της εξομολογήσεως και έδινε βοήθεια σε πάρα πολλούς ανθρώπους κάθε καρυδιάς καρύδι που λένε. Σε άντρες και γυναίκες ,σε μικρούς και μεγάλους, σε νέους και ηλικιωμένους , σε ορφανούς και πολύτεκνους, σε Έλληνες και ξένους σε εργαζόμενος και ανέργους. Αυτό βέβαια το τελευταίο με στενοχώρησε πολύ δηλαδή ότι υπάρχουνε άνθρωποι που εργάζονται και παρόλα αυτά έχουν ανάγκη την στήριξη της εκκλησίας. Αυτό είναι κατάντια, για το κράτος εννοώ φυσικά όχι για αυτούς. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα αν και εργάζονται δεν μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους, να ψωνίσουν για την εβδομάδα και να έχουνε γεμάτο το τραπέζι τους μετά τις 10 του μηνός και φυσικά πλέον οι σπουδές των παιδιών τους έχουν γίνει πολυτέλεια και προνόμιο λίγων.
Με ρωτάει ένας κύριος, εσύ φίλε ήρθες για τον παπά; Ναι του λέω. Μου λέει εσένα τι σου δίνει; Του λέω, δεν μου δίνει ,εγώ του δίνω. Μου λέει εσύ του δίνεις; Τι του δίνεις; Του απαντάω τις αμαρτίες μου και αυτός μου δίνει άφεση. Μου λέει τι είναι αυτό, του λέω εγώ ήρθα για εξομολόγηση . Μου λέει δεν ξέρω τι λες; Του είπα πέντε πράγματα και του λέω δοκίμασε το καλό θα σου κάνει. Δεν ήξερε καν την λέξη εξομολόγηση.
Αφού λοιπόν τελείωσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ήτανε περίπου στους 50 ,μπαίνω να εξομολογηθώ. Λέω στον πατέρα που εξομολογήθηκα, θέλω να σου πω κάτι για αυτό που αντίκρισα. Μου λέει τι για τον κόσμο που ήταν εδώ; Ναι του λέω. Αφού του είπα όλα τα παραπάνω που σχολίασα νωρίτερα του λέω μου άρεσαν δύο πράγματα σε εσένα . Πρώτον μιλούσες στο πληθυντικό στον κόσμο, σε όλους, και δεύτερον βοηθάς και άτομα που θα μπορούσες να μη βοηθάς για παράδειγμα που ανήκουν σε άλλες ενορίες. Μου λέει Γιώργο και αυτοί που είδες δεν είναι ούτε οι μισοί από όσους έρχονται . Θα ρθουνε και άλλοι τις επόμενες ημέρες . Υπάρχουνε πολλές ανάγκες και κάνουμε ό,τι μπορούμε. Όσο για το άλλο που είπες για τον πληθυντικό γιατί μου λέει πώς έπρεπε να μιλήσω. Και εγώ του απαντάω , φυσικά στο πληθυντικό έπρεπε να μιλάς και μπράβο σου το θέμα είναι ότι υπάρχει το κακό συνήθειο όταν βοηθάμε κάποιον είτε με χρήματά μας είτε από αυτά που μας εμπιστεύονται άλλοι να τους μιλάμε και λίγο επιθετικά και λίγο υποτίμητικά και στον ενικό. Μου λέει Γιώργο μου και αυτοί παιδιά του Θεού είναι δεν έχει σημασία τώρα αν εγώ τους βοηθάω . Αύριο μπορεί να είμαι εγώ στη θέση τους. Στο τέλος του είπα ότι κάποιος με ρώτησε γιατί είμαι εγώ εδώ, του απάντησα και με ρώτησε τι είναι εξομολόγηση. Του λέω ,μου έκανε εντύπωση πάτερ που δεν ήξερε καν την λέξη εξομολόγηση. Δηλαδή βγάζω το συμπέρασμα ότι δεν τους βοηθάς για να έρθουνε κοντά στην εκκλησία. Μου λέει άλλο το ένα άλλο το άλλο όποιος θέλει ας ενδιαφερθεί, δεν πιέζουμε κανέναν ούτε είναι αντάλλαγμα να εκκλησιάζονται για να τους βοηθάμε, κάποιοι πιστεύουνε και αλλού. Πριν μου λέει ήρθε ένας και με ρώτησε πότε να εξομολογηθεί καταλαβαίνω από εσένα ρώτησε…
Κλείνοντας θα πω ότι το έργο της ενορίας αυτής είναι πέρα τον τυπικών, των τετριμμένων και των συνηθισμένων. Είναι ουσιαστικό και δεν γίνεται για τα μάτια του κόσμου. Κάθε μητρόπολη έχει ένα γηροκομείο και μοιράζει βοήθεια στις μεγάλες γιορτές Χριστούγεννα Πάσχα και της Παναγίας.
Είμαι περήφανος που η δικιά μου ενορία δεν ακολουθεί τα συνηθισμένα και τα τυπικά αλλά τα πρωτότυπα και ουσιαστικά τα οποία είναι και πρότυπα και πρέπει να βρουν μιμητές τους άλλους ιερείς.
Γεώργιος Αλατσάς