Τις τελευταίες ημέρες κυκλοφορεί ευρέως ένα ανώνυμο κείμενο για την ερήμωση των χωριών και τον ρόλο των Πολιτιστικών Συλλόγων.
Περιέχει πολλές σωστές διαπιστώσεις. Για τα χωριά που αδειάζουν, τα σχολεία που κλείνουν, τους νέους που φεύγουν, τις πλατείες που γεμίζουν για λίγες ημέρες τον Αύγουστο και ύστερα επιστρέφουν στη σιωπή.
Λείπει όμως από αυτό το κείμενο κάτι θεμελιώδες. Η Κοινότητα.
Και δεν είναι μια λεπτομέρεια που ξεχάστηκε. Γιατί το πρώτο κύτταρο δημοκρατικής οργάνωσης ενός χωριού δεν είναι ο Πολιτιστικός Σύλλογος. Είναι η θεσμική Κοινότητα.
Το έχω γράψει πολλές φορές και το επαναλαμβάνω σήμερα ακόμη πιο κατηγορηματικά. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση χωρίς τις Κοινότητες είναι μισή Αυτοδιοίκηση.
Ασφαλώς και οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι είναι αναγκαίοι και πολύτιμοι. Υπάρχουν Σύλλογοι με δεκαετίες ανιδιοτελούς προσφοράς, που διασώζουν τη μνήμη και την παράδοση, συνδέουν τους αποδήμους με τον τόπο τους, κινητοποιούν εθελοντές και δημιουργούν πραγματικό πολιτισμό. Αυτούς τους ανθρώπους τούς τιμούμε.
Άλλο όμως Σύλλογος και άλλο Κοινότητα.
Ο Σύλλογος είναι μια εθελοντική συλλογικότητα πολιτών. Η Κοινότητα είναι θεσμός της Δημοκρατίας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ο Πρόεδρος και το Συμβούλιο της Κοινότητας δεν εκπροσωπούν μόνο τα μέλη ενός σωματείου. Εκλέγονται από το σύνολο της τοπικής κοινωνίας, έχουν λαϊκή νομιμοποίηση και λογοδοτούν σε αυτή.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της συζήτησης. Ζητάμε σήμερα από τους Πολιτιστικούς Συλλόγους να υπερασπιστούν το περιβάλλον, να διεκδικήσουν υποδομές, να προστατεύσουν δημόσιους χώρους, να αναδείξουν την τοπική παραγωγή, να κινητοποιήσουν τους κατοίκους και τελικά να αντισταθούν στην ερήμωση. Δηλαδή να αναλάβουν σε μεγάλο βαθμό έναν ρόλο που η ίδια η Πολιτεία αρνείται επί χρόνια να αναγνωρίσει ουσιαστικά στις εκλεγμένες Κοινότητες. Και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Αντί να ενισχύσουμε τον πλησιέστερο στον πολίτη θεσμό, αναζητούμε υποκατάστατά του και αντί να δώσουμε στις Κοινότητες ουσιαστικές αρμοδιότητες, πόρους και δυνατότητα παρέμβασης, τις κρατάμε σε έναν κατά βάση γνωμοδοτικό ρόλο. Και ύστερα αναρωτιόμαστε ποιος θα κρατήσει ζωντανό το χωριό.
Το είχα γράψει ήδη πριν από έναν χρόνο με αληθινή ένσταση μετά τις πυρκαγιές στην περιοχή μας. Η Κοινότητα μπορεί και πρέπει να αποτελέσει αντίβαρο στην ερημοποίηση. Όχι ως σύνθημα αλλά ως καθημερινή πραγματικότητα!
Γιατί ένας Πολιτιστικός Σύλλογος μπορεί να ιδρυθεί από έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό ανθρώπων. Μπορεί να δραστηριοποιηθεί, να επιχορηγηθεί, να οργανώσει εκδηλώσεις. Και καλώς, όταν υπάρχει πραγματική δράση και διαφάνεια. Μπορεί όμως και να αδρανήσει. Να αλλάξει χαρακτήρα. Να εμφανίζεται περιστασιακά. Μπορεί να υπάρξει και ένας δεύτερος με τα γνωστά παρεπόμενα. Ακόμη και να δημιουργηθεί γύρω από μια συγκεκριμένη εκδήλωση ή δραστηριότητα.
Η Κοινότητα δεν μπορεί να είναι εποχική. Δεν «στήνεται» τον Ιούλιο και δεν «ξεστήνεται» μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Είναι εκεί 365 ημέρες τον χρόνο. Είναι εκεί όταν σπάσει ο αγωγός και όταν κλείσει ο δρόμος. Όταν ξεσπάσει φωτιά και όταν πλημμυρίσει μια περιοχή. Όταν χρειάζεται καθαρισμός και αυτονόητα όταν ένας ηλικιωμένος ζητήσει βοήθεια. Όταν υπάρχει πρόβλημα με την αγροτική οδοποιία, τον φωτισμό, το νερό, ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, μια παιδική χαρά, ένα κοιμητήριο. Είναι εκεί όταν δεν υπάρχουν κάμερες, μουσικές και επίσημα τραπέζια.
Εκεί είναι και η μεγάλη διαφορά. Η Κοινότητα δεν διοργανώνει απλώς τη ζωή του τόπου. Τη ζει καθημερινά και συνήθως όχι με χαρούμενο τόνο.
Και υπάρχει ακόμη μία εικόνα που κάθε Αύγουστο επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά στην ελληνική περιφέρεια. Βουλευτές, Δήμαρχοι, Αντιδήμαρχοι και κάθε λογής επίσημοι περιοδεύουν από πανηγύρι σε πανηγύρι. Χαιρετισμοί, φωτογραφίες, χειραψίες, αναφορές στην «ψυχή του χωριού», στην «παράδοση» και στην «ανάγκη να κρατήσουμε ζωντανή την ύπαιθρο».
Και ο αιρετός Πρόεδρος της Κοινότητας; Πολύ συχνά βρίσκεται εκεί για να καλωσορίσει τους επισήμους, να τους βρει θέση, να φροντίσει το τραπέζι τους και να λύσει ό,τι πρακτικό ζήτημα παρουσιαστεί.
Όχι. Αυτός δεν είναι ο ρόλος του Προέδρου μιας Κοινότητας. Είναι ο αιρετός εκπρόσωπος του τόπου που εκείνοι επισκέπτονται. Και ίσως, πριν από την επόμενη φωτογραφία στο πανηγύρι, θα άξιζε να καθίσουν μαζί του δέκα λεπτά. Όχι στο επίσημο τραπέζι αλλά στο τραπέζι των προβλημάτων. Να τον ρωτήσουν τι απέγινε το σχολείο; Σε τι κατάσταση βρίσκεται η αγροτική οδοποιία; Υπάρχει νερό; Υπάρχει γιατρός; Τι γίνεται με την πολιτική προστασία; Τι χρειάζονται οι ηλικιωμένοι; Γιατί έφυγαν οι νέοι; Τι χρειάζεται η τοπική παραγωγή; Τι μπορεί να γίνει για να επιστρέψει ζωή στον τόπο; Αυτή θα ήταν πραγματική επίσκεψη στο χωριό. Γνωρίζω ότι γράφω σε υψηλούς τόνους αλλά αν δεν κλάψει το παιδί….
Και υπάρχει ακόμη μία δύσκολη αλήθεια. Για ένα πανηγύρι, μια συναυλία ή μια εκδήλωση πολλές φορές βρίσκονται ευκολότερα χρήματα, εξέδρες, καρέκλες, ήχος και κάθε είδους υποστήριξη. Για μια Κοινότητα που ζητά έναν δρόμο, μια μικρή παρέμβαση, έναν κοινόχρηστο χώρο ή στοιχειώδεις πόρους για τις ανάγκες της καθημερινότητας, η απάντηση συχνά είναι: «Δεν υπάρχει δυνατότητα». Αυτό δεν είναι απλώς οικονομική αντίφαση. Είναι λάθος ιεράρχηση. Γιατί ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι άλλοθι για την εγκατάλειψη της καθημερινότητας. Ούτε η φωτογραφία μιας γεμάτης πλατείας τον Αύγουστο μπορεί να κρύψει μια άδεια Κοινότητα τον Νοέμβριο.
Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να βάλουμε απέναντι τους Συλλόγους και τις Κοινότητες. Το αντίθετο. Χρειαζόμαστε ισχυρές Κοινότητες και ισχυρούς, ανεξάρτητους, δημιουργικούς Πολιτιστικούς Συλλόγους. Με καθαρούς όμως ρόλους. Ο Σύλλογος να δημιουργεί, να κινητοποιεί, να διασώζει, να εμπνέει. Η Κοινότητα να εκπροσωπεί, να σχεδιάζει, να διεκδικεί, να αποφασίζει εκεί όπου πρέπει και να λογοδοτεί στους πολίτες.
Ο Δήμος να συνεργάζεται και με τους δύο, χωρίς πελατειακές εξαρτήσεις και χωρίς παρακάμψεις. Και η Πολιτεία να πάψει επιτέλους να φοβάται την πραγματική αποκέντρωση.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι ποιος θα κάνει το μεγαλύτερο πανηγύρι. Ούτε πόσα τραπέζια θα γεμίσουν για μία βραδιά. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο σκληρό. Όταν φύγει η ορχήστρα, ποιος μένει στο χωριό; Όταν μαζευτούν οι καρέκλες και όταν σβήσουν τα φώτα. Όταν αναχωρήσουν οι επίσημοι και όταν επιστρέψουν οι επισκέπτες του Αυγούστου στις πόλεις. Όταν η πλατεία μείνει ξανά με τους ανθρώπους της. Τότε αρχίζει η πραγματική Κοινότητα.
Γι’ αυτό, αν πράγματι μας ανησυχεί ότι τα χωριά μας αργοσβήνουν, ας μην αναζητούμε θεσμικά υποκατάστατα. Ας ενισχύσουμε αυτό που υπάρχει ήδη σε κάθε γωνιά της πατρίδας, έχει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση και βρίσκεται εκεί κάθε ημέρα. Την Κοινότητα. Με φωνή. Με αρμοδιότητες. Με πόρους. Με συμμετοχή στις αποφάσεις. Με σεβασμό στον αιρετό της εκπρόσωπο.
Γιατί η ερήμωση δεν αντιμετωπίζεται με μία γεμάτη πλατεία για μία νύχτα. Αντιμετωπίζεται όταν υπάρχει ακόμη ζωντανή Κοινότητα για να γεμίσει την πλατεία και αύριο.
Παναγιώτης Ι. Λύρας
Πρόεδρος Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας
*Οι απόψεις που δημοσιεύονται εκφράζουν το συντάκτη κάθε άρθρου και δεν αποτελούν συμπεράσματα ρεπορτάζ ή τοποθέτηση της ιστοσελίδας.